Χρήστος Βακαλόπουλος & Kinks

Ο αναγνώστης μπορεί αντί να διαβάσει αυτό το βιβλίο να ακούσει οποιοδήποτε δίσκο του Μπομπ Ντύλαν ή των Κινκς και να δει οποιαδήποτε ταινία του Νίκολας Ραίη, του Ζαν Ρενουάρ ή του Φριτς Λανγκ. Εγώ δεν έχω καμία αντίρρηση.
Χρήστος Βακαλόπουλος, πρόλογος, Υπόθεση Μπεστ-Σελλερ (1984)

Δεν θυμάμαι καλά, έχουν περάσει δέκα χρόνια, θα ήθελα να ξανακούσω Μπητλς, γιατί υπάρχει ένα απαγορευμένο σε σχέση με τους Μπητλς, είναι σαν να σε εμποδίζουν να τους ακούς την ίδια στιγμή που σε κατακλύζουν με τα τραγούδια τους. Το ’65 δε γινόταν αυτό γιατί υπήρχαν οι Στόουνς, υπήρχαν οι Κινκς, υπήρχε ο Ντύλαν, δεν ξέρω. Και τώρα υπάρχουν, αλλά δεν είναι τα πράγματα ρευστά. Ξέρεις ότι οι Στόουνς θα βγάλουν ένα τραγούδι, ότι θα πάει μέσα στα 20 πρώτα της Αμερικής, ξέρεις ότι οι Κινκς έχουν ελάχιστο κοινό πια, ότι τους ακούς μόνο εσύ. Αλλά το ’65 δεν υπήρχε αυτό, όλα ήταν ρευστά. Ενώ τώρα, πώς μπορεί το άλμπουμ των Πρητέντερς να μπαίνει κατευθείαν στα 10 πρώτα της Αμερικής, χωρίς οι Πρητέντερς να είναι κάτι ιδιαίτερο; Δεν ξέρω.
Χρήστος Βακαλόπουλος, Υπόθεση Μπεστ-Σέλλερ (1984)

Τα περισσότερα βιβλία που βγαίνουν είναι μίζερα γιατί γράφονται σε μια μεσοβέζικη μοναξιά. Μόνο τα βιβλία που γράφονται σε απόλυτη μοναξιά αξίζουν. Τα άλλα γράφονται με την κρυφή ελπίδα ότι θα αρέσουν σε άλλους είκοσι, με τους οποίους ο συγγραφέας στην πραγματικότητα θα ήθελε να είχε δουλέψει. Στο ροκ δε συμβαίνει ποτέ αυτό, όσο κι αν είναι μόνος του ο Ραίη Νταίηβις πρέπει να αλλάξει τον μπασίστα κι ο μικρός αδερφός του κτυπάει τον Πέτερ Κουαίηφ στη διάρκεια του κονσέρτου κι όλοι μαζί λέγονται Κινκς, δε λέγονται Ραίη Νταίηβις Μπαντ, αν λεγόντουσαν έτσι θα είχαν διαλυθεί και δεν θα υπήρχαν πια.
Χρήστος Βακαλόπουλος, Υπόθεση Μπεστ-Σέλλερ (1984)

Ο Σάμης θα πρέπει να είχε πάνω από πενήντα σακκάκια. Τα φορούσε στα πάρτυ, κάθε Σάββατο. Προσπαθούσε να μοιάσει στον Ραίη Νταίηβις. Όταν χόρευε με καμιά κοπέλα τη ρωτούσε «Μοιάζω με τον Ραίη Νταίηβις;» Οι γκόμενες είναι άσχετες, δεν ξέρουν τον Ραίη Νταίηβις […] Στεκόταν στην πόρτα μ’ έναν καφέ στο χέρι. Είχε ντυθεί σε στυλ Ραίη Νταίηβις, με το φοβερό κόκκινο σακκάκι της φρουράς του Μπάκιγχαμ, πολύτιμο απόκτημα που το βλέπαμε μόνο όταν έφευγε ταξίδι […] Στο βιβλίο δεν υπάρχει καμία μοιραία γυναίκα στη ζωή του Σάμη. Κι ο Ραίη Νταίηβις είναι μόνος του, απελπιστικά μόνος στις φωτογραφίες. Έχει το βλέμμα των ανθρώπων που ειρωνεύονται τα πάντα γιατί κανείς δεν τολμάει να τους ειρωνευτεί. Ο Ραίη Νταίηβις μεθάει συχνά, δηλώνει μεθυσμένος στις συναυλίες ότι θα διαλύσει το συγκρότημα. Την άλλη μέρα δεν θυμάται τίποτα. Ο Σάμης τα ξέρει όλα αυτά. Θέλει να μοιάσει στον Ραίη Νταίηβις από τότε που ήταν 15 χρόνων. Πιστεύει ότι θα τα καταφέρει. Αν είχα γράψει πενήντα χιλιάδες σελίδες, πιστεύω ότι θα του είχα δώσει αυτή την ευκαιρία. 
Χρήστος Βακαλόπουλος, Υπόθεση Μπεστ-Σέλλερ (1984)

Το 1970 ο Βέντερς αφιερώνει την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους (Summer in the City) στους Kinks, συγκρότημα που ταξιδεύει προς τα πίσω, στις πηγές του ροκ, για να βρεθεί  ξαφνικά μπροστά του, στο τέλος του, να το καταραστεί και να το ξεπεράσει. Η ίδια αυτή κατάρα στρέφεται ενάντια στους Kinks, που αρνούνται να παίζουν τους αθώους ζογκλέρ μιας πρώην έκρηξης για τις αδρανοποιημένες μάζες. Η ίδια κατάρα αποτελειώνει το ροκ: το 1971 ο Τζιμ Μόρισον πεθαίνει στο Παρίσι, ύστερα από ένα τρομερό μεθύσι σε κάποιο μπαρ τρίτης κατηγορίας, απ’ όπου τον μαζεύει η «μεγάλη ιέρεια» του Άντυ Γουόρχολ, η Γερμανίδα Νίκο. Ο ίδιος ο Βέντερς τιτλοφορεί το κείμενό του στο Filmkritik για τις ταινίες ροκ «ένα ανύπαρκτο είδος».
Απόσπασμα δημοσιευμένου κειμένου στο κινηματογραφικό περιοδικό Σύγχρονος Κινηματογράφος, τ. 13-14 (1977). Περιέχεται και στο βιβλίο Η ονειρική υφή της πραγματικότητας του Χρήστου Βακαλόπουλου

Το μόνιμο αίσθημα στέρησης που κατέχει το κοινό στις συναυλίες, πράγμα που το κάνει όλο και πιο επιθετικό, οφείλεται σ’ αυτό ακριβώς, στην ασυνείδητη γνώση από τη μεριά του ότι κάποτε είχε ένα σώμα, που τώρα πια διαλύθηκε και χάθηκε μέσα σ’ αυτά τα μικρά θεατρικά έργα που αποτελούν οι συναυλίες και όπου το κοινό καλείται να συμμετάσχει ως άθροισμα κομπάρσων. Γιατί αν τα βρετανικά συγκροτήματα στις αρχές του ’60 έπαιζαν χορευτική μουσική, αν οι Kinks ήταν «κάποιοι από μας που την έκαναν», κανείς δεν μπορεί να πει το ίδιο σήμερα. 
Απόσπασμα δημοσιευμένου κειμένου στο μουσικό περιοδικό Ντέφι, τ.7 (1983). Περιέχεται και στο βιβλίο Η ονειρική υφή της πραγματικότητας του Χρήστου Βακαλόπουλου

Αυτό που λεγόταν μουσική, δεν υπάρχει πια, να γιατί γίνεται τόσος θόρυβος, δεν υπάρχει πια μουσική κι αυτό το ξέρουν όλοι, μόνο που δεν το παραδέχονται γιατί θα τρελαθούν, το ξέρουν και κάνουν σαν να υπήρχε ακόμα μουσική, κουνιούνται επειδή θυμούνται ότι λικνιζόταν κάποτε ο κόσμος, τότε που υπήρχε μουσική. Στη Φωκίωνος Νέγρη υπήρχε κάποτε μουσική, ήταν η ίδια μουσική που παίζουν και τώρα, μόνο που τότε ήταν πραγματική μουσική. Μπορεί να ορκιστεί ότι στη Φωκίωνος Νέγρη υπήρχε μουσική όλη την ώρα κι αυτό δεν το πρόσεχε κανείς, ήταν δεδομένο ότι υπήρχε μουσική. Μετά άρχισαν να το προσέχουν και να λένε να η μουσική, τώρα προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους ότι υπάρχει πάντα μουσική κι αυτό τους έχει τσακίσει, τους έχει δημιουργήσει μια κατάθλιψη. 
Χρήστος Βακαλόπουλος, Η γραμμή του ορίζοντος (1991)