2 συν 1 μεταφράσεις / Cesare Pavese

Θα 'ρθει ο θάνατος και θα 'χει τα δικά σου μάτια

Θα 'ρθει ο θάνατος και θα 'χει τα δικά σου μάτια–
εκείνος πλάι εκεί ο συνοδίτης
ο από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός ακοίμητος
και απηνής και αδιάφορος, σαν γριά φαφούτα Ερινύα
ή σαν τ’ άραχνα κρίματα τα παράλογα. Τα μάτια σου
θα είναι μάταιο ρήμα,
κραυγή πνιγμένη θα είναι, θά 'ναι σιωπή.
Και έτσι δα, έτσι θαν τα βλέπεις κάθε που ξυπνάς το πρωί
και σκύβεις και κοιτιέσαι στον καθρέφτη
μονάχη. Ω γλυκιά ελπίδα,
την ημέρα εκείνη θα δούμε και θα μάθουμε όλοι
ότι του βίου είσαι το πλήρωμα και το κενό της αβύσσου.

Για όλους έχει ο θάνατος μια ματιά φυλαγμένη.
Θα 'ρθει ο θάνατος και θα 'χει τα δικά σου μάτια.
Θα 'ναι σαν να ξεπλένεις κρίμα παλιό,
σαν να κοιτάς μες στον καθρέφτη και να βλέπεις
όψη νεκρή που αναδύεται,
και σαν ν’ ακούς να σου μιλάνε χείλη σφαλιστά.
Άλαλοι θα καταδυθούμε στα τάρταρα.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής
_____________________________________________________________________

Το κρασί της θλίψης

To δύσκολο είναι να κάτσεις χωρίς να σε προσέξουν.
Μετά όλα τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους. Τρεις γουλιές
κι΄ επιστρέφει η επιθυμία να σκέφτεσαι μόνος σου.
Ανοίγει ένα φόντο από μακρυνά βουίσματα,
το κάθε τι χάνεται, και είναι θαύμα που έχεις γεννηθεί
και κοιτάζεις το ποτήρι. Η δουλειά (ο άνθρωπος που είναι μόνος δεν μπορεί να μην σκέφτεται τη δουλειά)
ξαναγίνεται η αρχαία μοίρα πως είναι ωραίο να υποφέρεις
για να μπορείς να σκέφτεσαι. ΄Υστερα τα μάτια ατενίζουν
προς τα πάνω, πονεμένα, σαν να ήταν τυφλά.

Αν αυτός ο άνθρωπος σηκωθεί και πάει στο σπίτι να κοιμηθεί,
μοιάζει με τυφλό που έχει χάσει τον δρόμο του. Οποιοσδήποτε
μπορεί να βγει από μια γωνιά και να τον ξυλοφορτώσει.
Μπορεί να προβάλει μια γυναίκα και να ξαπλώσει στη μέση του δρόμου, νέα και όμορφη, κάτω από έναν άλλον άντρα, βογγώντας
όπως μια φορά μια γυναίκα βογγούσε μαζί του.
Αλλά αυτός ο άνθρωπος δεν βλέπει. Πηγαίνει στο σπίτι να κοιμηθεί και η ζωή δεν είναι παρά ένα βούισμα σιωπής.

Αν γδύσεις αυτό τον άνθρωπο, θα βρεις μέλη καταπονημένα
και δέρμα ζωώδες, εδώ κι εκεί. Ποιος θα το λεγε
πως σ ΄ αυτό τον άνθρωπο τρέχουνε ζεστές φλέβες
όπου μια φορά η ζωή έκαιγε. Κανένας δεν θα
πίστευε πως κάποτε μια γυναίκα θα έδινε χάδια
και θα φιλούσε αυτό το σώμα, αυτό το σώμα που τρέμει,
και είναι βρεγμένο με δάκρυα, τώρα που ο άνθρωπος
φτάνοντας σπίτι για να κοιμηθεί, δεν τα καταφέρνει, αλλά στενάζει.

Μετάφραση: Νεοκλής Κυριακου
_____________________________________________________________________

Το τραγούδι του δρόμου

  Γιατί ντρέπεσαι; Όταν κάποιος έκανε την ποινή του,
εάν τον αφήσουν να βγει, είναι επειδή είναι σαν όλους τους άλλους
και είναι πολλοί οι άνθρωποι του δρόμου, που κάνανε φυλακή.
  Από το πρωί ως το βράδυ γυρνάμε στους δρόμους
και πότε βρέχει, πότε κάνει λιακάδα, πάντα είναι ωραία για μας.
Είναι ευτυχία να συναντάς στους δρόμους τον κόσμο που μιλάει
και να μιλάμε μόνοι μας, σπρώχνοντας τα κορίτσια.
Είναι ευτυχία να σφυρίζεις στις εισόδους περιμένοντας κορίτσια
να τ’ αγκαλιάζεις στο δρόμο, να τα πηγαίνεις σινεμά
και να καπνίζεις στα κρυφά, ακουμπισμένος στα ωραία τους γόνατα.
Είναι ευτυχία να μιλάς μαζί τους χουφτώνοντάς τες και γελώντας,
και τη νύχτα στο κρεβάτι, να νιώθεις να σου τυλίγονται δυο μπράτσα
στο λαιμό,
και να σκέφτεσαι το πρωί που θα βγεις και πάλι από τη φυλακή στη
φρεσκάδα του ήλιου.

  Από το πρωί ως το βράδυ να γυρνάς μεθυσμένος
και να κοιτάς γελώντας τους περαστικούς που πηγαινοέρχονται
και που χαίρονται όλοι – ακόμη και οι κακοί – αφού βρίσκονται
στους δρόμους.
Από το πρωί ως το βράδυ να τραγουδάς μεθυσμένος
και να συναντάς μεθυσμένους και να πιάνεις κουβέντες
που διαρκούν πολύ και σου προκαλούν δίψα.
Όλους αυτούς τους ανθρώπους που προχωρούν μονολογώντας,
τους θέλουμε μαζί μας τη νύχτα, κλεισμένοι στο βάθος της ταβέρνας
Ν’ ακολουθούμε μαζί τους την κιθάρα μας
που πάλλεται μεθυσμένη και πια δεν βρίσκεται μέσα στην ταβέρνα,
αλλά ανοίγει τις πόρτες για ν’ αντηχεί στον αέρα –
έξω βρέχει είτε νερό είτε αστέρια. Δεν έχει σημασία αν οι δρόμοι
αυτή την ώρα δεν έχουν πλέον κοπέλες να κάνουνε τη βόλτα τους:
θα βρούμε εμείς τον μεθυσμένο που γελάει μόνος του
γιατί βγήκε κι αυτός από τη φυλακή απόψε.
Και μαζί του, φωνάζοντας και τραγουδώντας, θα περάσουμε το πρωί.

Μετάφραση: Γιάννης Η. Παππάς