Bourek / A few words

  Η 5η ταινία μεγάλου μήκους του Nicolic σμίγει δέκα χαρακτήρες απ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης κι απ’ όλα τα στρώματα της κοινωνίας. Ένας Αμερικανός εκατομμυριούχος και η «νοσοκόμα» του, ένας Βρετανός dj, μια Ελληνίδα που παλεύει να σώσει το πατρικό της, ένας Λίβυος πρώην καθηγητής και νυν πρόσφυγας, ένας Τούρκος έμπορος μαριχουάνας (εν τέλει Κύπριος), δυο αδέρφια-καμάκια απ’ τη Σερβία κι ένα ζευγάρι καλλιτεχνών καταλήγουν σ’ ένα πανάγνωστο ελληνικό νησί – ο καθένας για διαφορετικό λόγο και με διαφορετικό τρόπο, ηθελημένα ή τυχαία. Νησί φυσικά δεν υπάρχει, ούτε στην ταινία ούτε στην πραγματικότητα, αφού ο «Χρόνος» δεν είναι παρά η γραφική Ζαχάρω στην Πελοπόννησο, γνωστή για τις αμμώδεις παραλίες της, την λίμνη και τα ιαματικά λουτρά του Καϊάφα – καθώς το όλο σκηνικό στην παραλία καμώθηκε αποκλειστικά για χάριν της ταινίας. Η ταινία ξεκινά, αφού έχει παρατεθεί στον θεατή ο ορισμός του Bourek (απ’ την Wikipedia), έχοντας ως ηχητική υπόκρουση το I live in New York City του τρελάρα Sxip Shirey (που οι απανταχού ντιτζέηδες λατρεύουν ή θα λατρέψουν αν μάθουν πως υπάρχει) και την Νέα Υόρκη στο πιάτο. Σε μια απ’ τις αμέτρητες πολυκατοικίες-μεγαθήρια της μεγαλούπολης και σ’ ένα τυπικό γραφείο εκατομμυριούχου, κάθεται ο φινετσάτος και μουράτος William Leroy (W.C. στην ταινία) ο οποίος παρακολουθεί να περνάνε από μπροστά του και στην τηλεόραση τα παγκόσμια τεκταινόμενα (βλέπε τα της πολιτικής, της οικονομίας). Ανάμεσα σ’ αυτά, εμφανίζεται στην οθόνη ένας (μες στους χιλιάδες) τηλεοπτικός Μεσσίας που πείθει τον ζάμπλουτο επιχειρηματία πως έχει φτάσει η μέρα της Αποκάλυψης. Βλέποντας κι ακούγοντας τον, ο WC (εύστοχη επιλογή ονόματος και συσχέτισης με τον χαρακτήρα) αποφασίζει όπως μαζέψει τα χρήματά του και κινήσει για τον Χρόνο. Στην τηλεόραση πια, παίζουν τα τεκταινόμενα της Ελλάδας και ασφαλώς, η κρίση. 
  Το κουβάρι της ιστορίας αρχίζει να ξετυλίγεται με την κάθοδο των Αμερικανών στο Χρόνο, όπου εκεί εν τω μεταξύ ο επίμονος και πωρωμένος με τα Γερμανικά και τους Γερμανούς (κλασσικό μοτίβο η αναφορά στη Γερμανία και τους Γερμανούς τα τελευταία χρόνια στον κινηματογράφο και δη τον ελληνικό ή τον αναφερόμενο στην Ελλάδα) Γιώργος προσπαθεί να πείσει την Ελένη να του πουλήσει το πατρικό της για να ξεχρεώσει. Ο Σέρβος σκηνοθέτης ακολουθεί την πεπατημένη οδό ως προς τα κωμικά στοιχεία στην ταινία και εφόσον οι θεατές στην αίθουσα δεν έπαψαν να γελάνε είτε με τα boozy αδέρφια που ψάχνουν διακαώς την γκόμενα των διακοπών τους είτε με τον Τούρκο έμπορο είτε με την Γιαπωνέζα καλλιτέχνη, μάλλον πάει να πει πως από πλευράς χιούμορ η ταινία πέτυχε. Στερεότυπα που παρατίθενται κατ’ επανάληψη σε τέτοιου είδους ταινίες και που αποσκοπούν στην απόδοση καλών κωμικών στοιχείων, όπως στην προκειμένη ανάμεσα σ’ άλλα, ο γιατρός που καπνίζει, το πρόβατο δίπλα στο κρεβάτι και φυσικά η σκηνή με το λάδι απ’ τις σαρδέλες είναι σίγουρα ένας σχεδόν σίγουρος προς επιτυχία συνδυασμός προς τέρψη του θεατή, εάν δεν φτάσουν στα όρια του σαχλού ή της υπερβολής. 
  Η διαπολιτισμική συνύπαρξη των χαρακτήρων, επίσης σύνηθες μοτίβο σε τέτοιου είδους ταινίες, δεν κούρασε αφού η πλοκή είναι γρήγορη και οι ατάκες τους καλές. Εξάλλου, κύριο λόγο στο φιλμ δεν έχει το υποκριτικό ταλέντο των χαρακτήρων αλλά η χαρτογράφησή τους, η σχεδόν καρικατουρίστικη υπόστασή τους. Άλλωστε, εξ ορισμού του είδους (art house comedy) η ταινία τελειώνει φυσικά με happy end και με τους πρωταγωνιστές της να στήνονται σαν σε τέλος από θεατρικό σε σειρά, έξω από την ταβέρνα, για να αποχαιρετήσουν τον θεατή και αφού προηγήθηκε ασφαλώς το "απόλυτο δέσιμο" μέσα απ' το bourek με το σπανάχι.  Απαύγασμα και συμπέρασμα της feel-good αυτής ταινίας είναι πως το φαί συμβολίζει και είναι ίσως η υπέρτατη παγκόσμια κοινή γλώσσα, γλώσσα που δεν μπορεί παρά να ενώνει το όποιο πολιτισμικό ή άλλο χάσμα. Πέραν όμως αυτού και το ποδόσφαιρο ενώνει (βλέπε, αραγμένα αδέρφια στην παραλία, η εμφάνιση του Τούρκου και η μεταξύ τους συζήτηση περί αυτού - ίσως η πιο αγαπημένη μου σκηνή στην ταινία). 
  Το κινηματογραφικό στίγμα ή/και θέση του Nicolic, μέσα από έναν καθαρά πλακατζίδικο και παιδικό ενθουσιασμό, θέλει την επιστροφή στις βασικές αρχές – φαί, χορό και φυσικά, το fooling around του καλοκαιριού – να είναι η απάντηση στην όποια καταστροφή ή αναποδιά των χαρακτήρων. Τέλος, κρατάω τα λόγια του Μάριου Ιωάννου, μετά την προβολή – λόγια που εμπεριείχαν τις λέξεις «αγάπη», «διαφορετικές κουλτούρες» και το «δέσιμο» με το μέρος των γυρισμάτων που οι συντελεστές είδαν εμπράκτως να κτίζεται κι έπειτα να καταστρέφεται για χάριν της ταινίας. 

____________________________________________________________________

+ Λεπτομέρειες που μου άρεσαν στην ταινία – η φανέλα beat generation του Τούρκου χασισέμπορα, η σκηνή στην ταβέρνα όπου οι χαρακτήρες μοιράζονται και κάθονται ισάριθμα σε δύο τραπέζια – στο μεν πρώτο, κάθονται οι «κουλτουριάρηδες» και στο δε, τα λαμόγια – οι λογοτεχνικές αναφορές δια στόματος του Λίβυου πρόσφυγα και η μουσική καθόλη τη διάρκεια της ταινίας ταιριάζει και δένει όμορφα και καλά με την όλο ύφος της. Μοναδικό πλην (και λεπτομέρεια) στην ταινία (πείτε το και προσωπική ιδιοτροπία στην κινηματογραφική μου αντίληψη) – το peeler σε ελληνικό νησί. 


+ Παρένθεση – λεπτομέρεια: ο Leroy είναι γέννημα της Γαλλίας και θρέμμα του Μανχάταν στην πραγματικότητα. Στην ταινία επίσης, κατάγεται από το Μανχάταν και είναι κι εκεί επιχειρηματίας. Προφανώς και δεν μπορώ να ξέρω κατά πόσο η αυτοβιογραφική αναφορά ήταν ηθελημένη, αλλά είναι ένα έξτρα στοιχείο που κρατώ αφού το βρήκα ενδιαφέρον (η πραγματική καταγωγή των αδερφών Trifunovic συμπίπτει συνάμα με αυτήν στο πανί). Επίσης, σχετικά με τον Leroy (ο οποίος και προφανώς είναι ίσως και ο πιο κραυγαλέος χαρακτήρας στην ταινία), ανάμεσα σ’ άλλα, έχει παίξει στην guerilla-style ταινία Dirty Old Town το ’10, που προτείνεται επίσης για θέαση. Ταινία στην οποία, η Καναδή γυναίκα του και τραγουδίστρια (βλέπε, support στις συναυλίες του Phil Shoenfelt & Southern Cross στην Ευρώπη), Lorraine Leckie, εμφανίζεται και τραγουδάει επίσης. 

Γιώτα Παναγιώτου