Butterfly Kisses / A few words

Ο βρετανικός κοινωνικός ρεαλισμός μοιάζει να μην προσπαθεί περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται, οι συνθήκες του δομημένες ή κατευθυνόμενες, ανάμεσα σ’ άλλα, από το ντοκιμαντερίστικο στυλ και την χαλαρότητα σύνδεσης αιτίας-αιτιατού. Ένα μπλοκ διαμερισμάτων, ένα εφηβικό τρίο – ο Kyle, ο οποίος μετά τον θάνατο της μητέρας του βρίσκει «καταφύγιο» στις πόρνες, ο Jarred, κολλημένος με το πορνό και τα extreme φετίχ σ’ αυτό κι ο Jake, ο καθόλου αινιγματικός αλλά ολιγόλογος και στην απ’ έξω έφηβος με το μυστικό του. Απλωμένη σε δύο μέρη η ταινία – η πρώτη αφιερωμένη στην παρουσίαση των χαρακτήρων, στην απλή παράθεση της καθημερινότητας τους δίχως κραυγαλέες σκηνές βαθιάς ψυχολογικής χαρτογράφησης κι η δεύτερη στο ξεδίπλωμα του μυστικού του Jake, στην εξέλιξη της πλοκής και στην κορύφωση. Κορύφωση που δεν επέρχεται μέσα απ’ τα συμβατικά μοτίβα της κλιμάκωσης. Υπάρχει μεν δεν φωνάζει δε. Εξάλλου καθώς ανέφεραν και οι ίδιοι οι συντελεστές της ταινίας μετά την προβολή, δεν ήθελαν να φτιάξουν ένα ακόμα τυπικό βρετανικό φιλμ. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα του κινηματογραφικού αυτού είδους, η μανιέρα του Βρετανικού κοινωνικού ρεαλισμού, μπορεί να έχει κατακριθεί από πολλούς ότι απαιτεί πάντα ένα βίαιο ή σοκαριστικό συμβάν για να παρουσιάσει την ίδια την δραματική του σοβαρότητα και υπόσταση, εντούτοις στην προκειμένη ταινία – όπου ασφαλώς το τραγικό/βίαιο συμβάν όντως υπάρχει – δεν παρατίθεται με τρόπο εκθαμβωτικό και διαβόητο. Άλλωστε, εξ αρχής το ίδιο το narrative hook, το «δόλωμα» που προκαλεί στο θεατή το ενδιαφέρον υποδηλώνεται απλά και μονολεκτικά με την αναφορά σε ένα μυστικό και η ανάγκη υποδήλωσης της όποιας τραγικότητας ή δραματικότητας του όποιου ήρωα ή του κύριου ήρωα, δεν μοιάζει να είναι ότι πιο σημαντικό και καίριο εξ ορισμού της ταινίας και της πλοκής της. Εξάλλου, και το ίδιο το plot point δεν παρεκκλίνει των μοτίβων που ήδη παρατέθηκαν από την αρχή στην ταινία (πολυκατοικία, ασανσέρ, 11ος όροφος, 15ος όροφος, 19ος όροφος) – η κάμερα αρκείται στο να ακολουθεί τον μεθυσμένο έφηβο να παραπατά ανεβαίνοντας τις σκάλες, να ανοίγει την πόρτα κι έπειτα ένα «Μαμά» κατ’ επανάληψη για να καταλήξει και να συνεχίσει από ‘κει που ξεκίνησε – την κάμερα να ακολουθεί τον μεθυσμένο ακόμα έφηβο στους δρόμους. Κομβικές ατάκες και σημεία της ταινίας δύο. Everywhere I look I see horses shall we stop watching porn? κάπου στο μέσο της ταινίας (τα άλογα άλλωστε είναι κοινό σημείο αναφοράς του κινηματογραφικού είδους) και η τελευταία ατάκα Or maybe not. Μια στυλιστική άσκηση, μια παράθεση καλής σκηνοθεσίας παρά μια ανάγκη εκδήλωσης full-blown ψυχολογικών αναζητήσεων και επεξηγήσεων μέσα απ’ το σενάριο. Σε συνδυασμό με την φωτογραφία του Cooke, η δυσοίωνη ατμόσφαιρα του Butterfly Kisses μοιάζει επάξια ισότιμη με την rough-grained Βρετανική νόρμα που ακολουθείται τις τελευταίες δεκαετίες στις ρεαλιστικού ύφους ταινίες. Τέλος, το καστ κι οι χαρακτήρες, από τον Shrek μέχρι τον απόντα στρατηγό πατέρα, από τον Kyle μέχρι την Lilly, απλά επιτυχημένο.

 Γιώτα Παναγιώτου