Closer Spirits Cafe / Βασίλης Δουβίτσας

Πριν μερικά χρόνια, γνώρισα την 2η του εκδοχή, στην Ιπποκράτους – και κάπου εκεί μες στην παλιά μονοκατοικία με την κόκκινη ταπετσαρία και τα φιλικά/οικογενειακά ροκ gathering vibes (ναι, είναι μερικά μαγαζιά που στο βγάζουν ακόμα αυτό) να γνωριστώ με την Βαγγελιώ και τον Δασκαλόπουλο. Ο λόγος φυσικά για το Closer.

******

Μες σ’ ένα σιντί που φέρει το όνομα Closer Spirits Cafe και με τα αντίτυπά του να είναι μόλις 400 (και αριθμημένα), περιλαμβάνονται κείμενα «μελών της οικογένειας» του Closer, του παλιού, του πρώτου Closer. Ανάμεσά τους και το εξής 4σέλιδο κείμενο, με την υπογραφή του Βασίλη Δουβίτσα (βλέπε, Ρινόκερως στην Ασκληπιού).

***

«Δευτέρα πρωί στο γραφείο του προέδρου του ομίλου, μετά από μια μακραίωνη αναμονή παρέα με τη γραμματέα. Εμφανίζεται χαμογελαστός αλλά σε λίγα δευτερόλεπτα το χαμόγελό του παγώνει. Κοιτάζει ξανά, με πιο γρήγορη ματιά, το print-out και το δίνει συνοφρυωμένος στη συνέταιρό του, που χαμογελάει μετά από μια πρόχειρη ανάγνωση χωρίς να καταφέρω να διακρίνω αν και με ποιον συναινεί – έτσι είναι οι συνέταιροι. Αφήνει μερικά εκνευριστικά δευτερόλεπτα να κυλήσουν, στρέφεται προς το μέρος μου και με κοιτάζει όχι ιδιαίτερα ενθουσιασμένος. «Ρε συ, ποιήματα κι αηδίες… Γράψε πάλι κάτι φευγάτο, σαν το προηγούμενο. Ξέρεις εσύ, ταξιδιάρικο αλά Κέρουακ». Τονίζει τις τελευταίες λέξεις σαν να περιέχουν το μυστικό του κόσμου και μου κλείνει με νόημα το μάτι, έχοντας επανέλθει στον πρότερο ενθουσιασμό του. «Το προηγούμενο ήταν μυθιστόρημα, ξέρετε. Και επίσης δεν είχε καμία σχέση με κανέναν Κέρουακ», απαντώ εκνευρισμένος, αλλά έχει ήδη εξαφανιστεί, για να απαντήσει στο κινητό του, και απομένω μόνος με τη στωική συνεταίρο του. «Εμένα πάντως μου άρεσε», μου λέει ευγενικά. «Μα είναι ακριβώς στο κλίμα της εποχής», ψελλίζω, «λίγο ερωτικό, αλλά με πολιτικές αιχμές – ξέρετε εσείς να το λανσάρετε στην αγορά», καταφέρνω να αρθρώσω, αλλά ήδη το αίμα έχει συγκεντρωθεί στα μηνίγγια και καταλαβαίνω ότι είναι ώρα να του δίνω. Χαιρετώ ευγενικά, χωρίς να τον περιμένω να ολοκληρώσει τη συνομιλία του. Κουνάει το χέρι του και η συνέταιρός του με ξεπροβοδίζει στο φουαγιέ. Βγαίνοντας, παίρνω αμέσως από το κινητό τον φίλο και συνάδελφο Κώστα. «Τι άσχετοι εκδότες. Τους δίνεις καυτό υλικό, κατάθεση ψυχής, κι εκείνοι αναμασάνε τον Κέρουακ. Quelle tristesse, mon ami!» Όμως, ο επί χρόνια άνευ εκδοτικής στέγης καλός συνάδελφος δεν ήταν η κατάλληλη επιλογή για να πνίξω την οργή μου. «Κοίτα, αυτή την εποχή λέω να βγάλω ένα λυσάρι φυσικής για να ζήσω, οπότε μην το συζητάς. Κέρουακ, Κέρουακ, στο φινάλε μήπως και το ποίημα δικό σου ήταν;» «Όχι βέβαια, αλλά τι σημασία έχει; Ο δημιουργός του έχει πεθάνει εδώ και 150 χρόνια, οπότε ούτε πνευματικά δικαιώματα, ούτε όνειδος». «Καλά σ’ αφήνω», μου λέει, «γιατί κάπου έχω κολλήσει με ένα ατομικό βάρος». «Μάζα, όχι βάρος». «Τί;» «Λέω, ατομική μάζα, δεν υπάρχει ατομικό βάρος, κύριε παντογνώστη» και κλείνω εκνευρισμένος. Έπρεπε να τον είχα διαολοστείλει χωρίς ίχνος λογοτεχνικών στολιδιών κι αυτόν και τον εκδότη μου, αλλά η ανάγκη ποιεί φιλοτιμίαν. Άκου Κέρουακ! Όσο ανακαλώ την έκφρασή του, τόσο φορτώνω παραπάνω: «ταξιδιάρικο αλά Κέρουακ»! Α, σοβαρά; Και τότε γιατί δεν το προτείνετε στον κύριο «Ξέρω τι αποσμητικό φοράνε οι αναπληρωματικοί της Ανωραχούλασμπρο της Γ’ Εθνικής Ουαλίας, αλλά δεν σας το λέω γιατί είμαι γαμάω», ο οποίος μπορεί να σου κολλήσει ένα τσιτάτο από οποιονδήποτε Αμερικανό λογοτέχνη ή στίχο από ροκ γκρουπάκι, για να σχολιάσει τα θλιβερά τάκλιν εξίσουν θλιβερών ποδοσφαιριστών της προαναφερθείσας κατηγορίας; Ή ακόμα καλύτερα, γιατί δεν καλείτε στη γραφειάρα σας την «θα ήθελα να ήμουν τρελοκόριτσο 20 ετών στην αγκαλιά του Έλβις, αλλά με πρόλαβε η γαμημένη κλιμακτήριος» Ροκ-εν-Ρολόγο συγγραφέα που παίρνει σβάρνα lifestyle περιοδικά και εκπομπές για να μας πείσει ότι η Route 66 είναι κάτι σαν την Εθνική Οδό Αθηνών-Κορίνθου σε πιο μακρύ και πιο ευθύ, με μια ρέπλικα Τζιμ Βίνσεντ φόρα-παρτίδα ρεσεψιονίστ στα Μοτέλ της Μοναξιάς; Εθνική Οδός Αθηνών-Κορίνθου; Και ροκ-εν-ρολ;.. «Μάλλον είχατε δίκιο τελικά. Η πρότασή σας μου έδωσε την έμπνευση της ζωής μου. Ανα-γέν-νησ-ση! Αναγέννηση επαναλαμβάνω, αυτό ήταν. Η καλύτερη ιδέα για να ξεφύγεις από το writers’ block. Ξεκινώ σήμερα κιόλας…» Αυτό το τηλεφώνημα γίνεται λίγες μέρες αργότερα, μετά από 3 διπλούς εσπρέσο εναλλάξ με 3 διπλά σκέτα ουίσκι – αυτά λέω, μαζί με κάποια λιγότερο σημαντικά – όταν σκέφτομαι τη ζοφερή εναλλακτική προοπτική του διορθωτή σε λυσάρι φυσικής. Και μάλιστα σε λυσάρι συγγραφέα, ο οποίος δεν γνωρίζει καν την ατομική μάζα! Absolutely uncool. Ξεκινώ να ετοιμάσω τον ταξιδιωτικό σάκο μου. Τα άκρως απαραίτητα – ρούχα, εσώρουχα, κάλτσες, ένα ζευγάρι παπούτσια, πετσέτες, είδη προσωπικής υγιεινής και καλλωπισμού – μαζί με τα σύνεργα της δουλειάς: βιβλιαράκια – βασική βιβλιογραφία Κέρουακ και του προειρηθέντος τρελοκόριτσου στην κλιμακτήριο-, φωτογραφική μηχανή – αφορμή συζήτησης : «μήπως μπορείτε να με τραβήξετε μια πόζα, παρακαλώ;»-, προφυλακτικά – σε περίπτωση που η συζήτηση έχει συνέχεια, αν και δεν το βλέπω-, αγχολυτικά – σε περίπτωση που η συνέχεια έχει και πρωινό ξύπνημα, που το φοβάμαι-, διεγερτικά- σε περίπτωση ταχύτατης διαφυγής, που είναι και το πιθανότερο – και βέβαια πολλά cd- που είναι και το ασφαλέστερο. Cd; Μήπως πρέπει να γράψω και κάτι για τον δρόμο, έστω για το πήγαινε; Η αλήθεια είναι ότι με τον νέο δρόμο σε 2,5 ώρες είσαι στην Πάτρα, έχοντας προλάβει να σταματήσεις σε όλα τα ενδιάμεσα Μοτέλ της Μοναξιάς (Goody’s), να απολαύσεις την ατέλειωτη έρημο (Κακιά Σκάλα), τους καταρράκτες (μόνιμο σύννεφο πάνω από το Κιάτο), το Γκραν Κάνιον (Αροάνεια δεν τα λένε οι αυτόχθονες;), να διασχίσεις με άλλα λόγια τα μίλια από τον έναν απέραντο ωκεανό (Αιγαίο-Σαρωνικός) στον άλλον (Πατραϊκός-Ιώνιο) [ο Κορινθιακός μπορεί να παίξει τον ρόλο της Καραϊβικής, για τους λάτρεις της ακρίβειας], απολαμβάνοντας τους οικισμούς των ιθαγενών (λαμαρίνα Ελλενίτ από αυθεντικό απαγορευμένο αμίαντο παραπλεύρως της Εθνικής) και όλα εκείνα τα αξιοθέατα και τις απαγορευμένες περιπέτειες (κοψίδια, εξοχικά) που αποτελούν πόλο έλξης για εκατομμύρια θιασώτες του rock’n’roll lifestyle κάθε χρόνο – μαζί με την Αράχοβα και τη Μύκονο, βεβαίως. Είναι Παρασκευή βράδυ. Τελευταίες προετοιμασίες. Κατεβαίνω προς το αυτοκίνητο. Κοιτάζω τον δείκτη βενζίνης. Φορτώνω το σάκο στη θέση του συνοδηγού. Βάζω μπροστά και κατηφορίζω σιγά-σιγά τη Μεσογείων. Ο αυτόματος πιλότος με καθοδηγεί στο κέντρο. Στρίβω στη Σκουφά, παρκάρω λίγο πριν από τη γωνία με τη Σίνα και μπαίνω στο Closer. Απόψε έχει garage party για αμεταμέλητους. Δεν πάει να γαμηθεί το κωλοβιβλίο. Δίνω ένα κείμενο στον Δημήτρη και πιάνω τη Βαγγελιώ να χαμογελάει συγκαταβατικά. Λίγο πιο πέρα, στην άκρη του μπαρ, ο Κώστας (ή μήπως είναι ο Παναγιώτης;) έχει ένα βιβλίο φυσικής μπροστά του. Διάολε, τι δουλειά έχω εγώ με τον Κέρουακ; «Ένα ουίσκι σε παρακαλώ…Μήπως έμαθες πόσο ήρθε η Ανωραχούλασμπρο; Όχι; Τι διαβάζεις; Το καινούριο βιβλίο της Σ.;» Από τα ηχεία ακούγεται το «Route 66»…