Manchester by the Sea / A few words

Το κεντρικό μοτίβο στο οποίο κινείται ο Lonergan δεν είναι άλλο απ’ αυτό του ανθρώπου/χώρου – και φυσικά, ανάμεσα και μεταξύ των δύο η μοναξιά που προκαλείται απ’ αυτά ή που προκαλούν αυτά (βλέπε επίσης, You Can Count on Me & Margaret). Το άχρωμο, άχρονο αλλά σίγουρα όχι άοσμο (βλέπε, σκηνή στην αρχή της ταινίας στο μπάνιο) παρόν του αποστασιοποιημένου απ’ όλα επιστάτη, Lee Chandler, διακόπτεται από ένα τηλεφώνημα, καθώς αυτός με το φτυάρι ανά χείρας ακολουθεί την καθημερινή, μονότονη «ιεροτελεστία» του με το χιόνι. Άλλωστε, ο βαρύς χειμώνας της Μασαχουσέτης και τα θαλασσινά τοπία γενικότερα έχουν σημαίνοντα ρόλο στην ταινία αφού διαμέσου αυτών μπορεί και υφίσταται συνάρτηση με τα ψυχογραφήματα των χαρακτήρων, τα οποία παρουσιάζονται ακολουθώντας την νόρμα των flashbacks. Το φαινομενικά θλιμμένο και τετριμμένο παρόν του Chandler, τραντάζεται μεν δεν κλονίζεται δε με βίαιο τρόπο ως προς το «έξω» του. Εντούτοις, όταν τα «έξω» γεννούν ή επαναφέρουν τα καλά θαμμένα «έσω» (εξ ορισμού της Τέχνης και δη του κινηματογράφου τα παρελθοντικά μπαγκάζια του ήρωα και εν τέλει η όποια λύτρωση απ’ αυτά μέσα απ’ το ξεδίπλωμα της ταινίας και τα όποια συμβάντα είναι η κατά κόρον αρχή και βάση όλων των ιστοριών) ο χειρισμός τους δεν εκφυλίζεται από υπερβολές, φτιασιδώματα, εκρήξεις και ακρότητες για χάριν της όσο πιο λεπτομερούς και πιστής ρεαλιστικής απεικόνισής τους. Το δράμα δεν κάνει την ταινία να βαλτώσει μες στη θλίψη αφού σε καμία σκηνή ή φάση του φιλμ δεν νιώθει ο θεατής πως υπερέχει του ρεαλισμού ή/και πως τον «ρουφάει». Οι τραγωδίες (απροειδοποίητοι πάντα επισκέπτες) παρούσες αλλά με τρόπο που δεν επιτρέπει στον θεατή να «κολλήσει» σ’ αυτές. Ο θάνατος, η απώλεια, οι εξαρτήσεις, οι εξάρσεις, τα λάθη είναι ο κοινός τόπος του ανθρώπου - στην πραγματική ζήση μα και στη ζήση στο πανί - και καμιά φορά, η επιλογή να μην υποδείξει κανείς ή/και να μην παραθέσει νουθεσίες ως προς τον χειρισμό τους, καθιστά το ίδιο το κινηματογραφικό αποτέλεσμα επιτυχημένο (ως προς αυτό). Εξάλλου, βαρυσήμαντο νόημα ή happy end δεν επέρχεται στο τέλος – έρχεται μονάχα η παρατήρηση και η παραδοχή της ανθρώπινης φύσης, μέσα από δυο χαρακτήρες που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αμφότεροι «έφηβοι». Χωρίς καμία υπερβολή ως προς το παίξιμο των δύο, το δέσιμό τους είναι δοσμένο απέριττα και η οικειότητα ή ακόμα και η ταύτιση μ’ αυτούς, σχεδόν δεδομένη. Σκηνές και ατάκες που μένουν δύο – η πρώτη αφορά τον μονόλογο του Affleck στην κατάθεσή του στους αστυνομικούς και η δεύτερη, στο γραφείο του δικηγόρου λέγοντας υποτίθεται πως εγώ θα ήμουν ο αναπληρωματικός. Τέλος, ως προς την διάρκεια της ταινίας που μπορεί και έχει κουράσει πολλούς, είναι δύσκολο να πει κανείς εάν ένα τέτοιο καλοδομημένο και εξ ορισμού μεγάλο σε έκταση σενάριο θα μπορούσε να «κοπεί» και να ενσωματωθεί σε λιγότερα πλάνα.


Γιώτα Παναγιώτου