Rosemarie / A few words

Δέκα και πλέον χρόνια μετά την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, Kalabush και την ασπρόμαυρη μικρού μήκους, Espresso, ο Άδωνις Φλωρίδης επιστρέφει στην μεγάλη οθόνη, υπογράφοντας το σενάριο και τη σκηνοθεσία της Rosemarie, ταινίας της οποίας η παραγωγή ενώ αρχικώς ξεκίνησε από τον ίδιο τον σκηνοθέτη κατέληξε στον Μάριο Πιπερίδη (βλέπε, επίσης Bourek). Έχοντας υπάρξει μέλος τόσο της καλλιτεχνικής όσο και της κριτικής επιτροπής του Φεστιβάλ, φέτος, ο Κύπριος σκηνοθέτης-σεναριογράφος βρίσκεται στη θέση του συμμετέχοντα και του διαγωνιζόμενου στον θεσμό αυτό. Η ταινία, που ξεκινά έχοντας ως πρώτο της πλάνο και πλάτη έναν άντρα σε αναπηρικό καροτσάκι προσπαθώντας να μπει μ’ αυτό στο ασανσέρ, αφορά έναν άνευ έμπνευσης συγγραφέα ο οποίος, δεχόμενος πίεση από τον παραγωγό του, προσπαθεί να βρει την συνέχεια και να παραδώσει τα νέα επεισόδια της σαπουνόπεράς του, της Rosemarie. Στείρος από ιδέες και έχοντας μετακομίσει πια σε νέα πολυκατοικία – ο Κώστας που ανάμεσα σ’ άλλα, δεν μπαίνει στον κόπο να ξεδιπλώσει τις ξύλινες καρέκλες, να συγυρίσει τον ανεμιστήρα που κοιτάει τον τοίχο δίπλα απ’ αυτές, να ασχοληθεί γενικότερα με τα της νέας του κατοικίας πέραν απ’ την αντικατάσταση ενός παλιού κάδρου με έναν μεγάλο πίνακα με φιγούρες-καρικατούρες (σήμα κατατεθέν και παρόντα σ’ όλη την διάρκεια της ταινίας), καπνίζει, προσπαθεί να γράψει, ταΐζει το ανύπαρκτο ψάρι στη γυάλα του, γνωρίζεται με τους λοιπούς ενοίκους – τυχαία ή κατ’ ανάγκην, ακούει κλασσική μουσική, αναβοσβήνει την τηλεόραση παρακολουθώντας αποσπάσματα απ’ την σαπουνόπερά του, και εν τέλει, καταλήγει μες στην φαινομενικά πεζή και συνηθισμένη ρουτίνα του να ασχολείται εξ ολοκλήρου παρακολουθώντας την οικογένεια του διπλανού διαμερίσματος. Η ταινία, γυρισμένη σε Λευκωσία, Λεμεσό αλλά και στο χωριό Παλιόμυλος (επαρχία Λεμεσού), μπορεί να έχει πλουραλισμό ως προς το χώρο και τα μέρη δράσης και πλοκής της (θάλασσα, λιμάνι, μαρίνα, χωριό, αγορά, πλατό) εντούτοις ο χώρος που καταφέρνει να «μείνει» και να αποτυπωθεί ως ίσως ο πιο ουσιαστικός εν τέλει, μοιάζει να είναι αυτός της ίδιας της πολυκατοικίας. Ο χώρος του «ανήκειν» και του «κατοικείν» της ίδιας της ιστορίας και των ηρώων της αλλά και της ταινίας εν γένει, είναι ο κοινόχρηστος χώρος της πολυκατοικίας – κοινόχρηστος μεν αφού σ’ αυτόν δεκάδες (διαφορετικές και συνάμα ίσως κι όμοιες) ζωές συνυπάρχουν, ιδιωτικός δε εφόσον ένα κλειδί και μια πόρτα καθιστά τα εν δήμω αυτόματα και αποκλειστικά εν οίκω. Η επιλογή της συγκεκριμένης πολυκατοικίας, με τις γυριστές, μεταλλικές σκάλες, με τους χαρακτηριστικούς τετραγωνισμένους εξωτερικούς τοίχους, τον φωταγωγό, τα παλιού είδους παράθυρα, τον επίσης παλιού είδους μικρό ανελκυστήρα, σε συνδυασμό πάντα με την καλή φωτογραφική αντίληψη του Γιώργου Ραχματούλιν, συνθέτουν ένα περιβάλλον καθαρά αστικό – κάτι που οι κυπριακές ταινίες, μέχρι σήμερα δεν έχουν καταφέρει ή δεν έχουν δοκιμάσει να προσεγγίσουν. Εξάλλου, η αστικότητα απεικονίζεται και είναι ξεκάθαρη καθόλη τη διάρκεια της ταινίας εφόσον οι πλείστες σκηνές είναι γυρισμένες εκτός από την πολυκατοικία, στο δρόμο, σε δημόσιους χώρους, στην πόλη εν τέλει. Οι όποιες, λίγες αριθμητικά, σκηνές λαμβάνουν χώρα στο πλατό και αφορούν τα γυρίσματα της ταινίας, αποδεικνύουν πως ο σκηνοθέτης δεν έχει σκοπό να αναδείξει το θέμα της ταινίας-σαπουνόπερας ως κυρίαρχο θέμα αυτό καθεαυτό, αλλά την χρησιμοποιεί πιότερο σαν συνδετικό κρίκο μεταξύ της πραγματικής ζήσης και της ζήσης στην οθόνη, όπου κοινός παρονομαστής τους είναι μονάχα ο Κώστας. Το ντουέτο Κόκκινος και Βασιλείου, πολύ καλό ως προς το δόσιμο των ψυχογραφημάτων των χαρακτήρων – δίχως υπερβάλλοντα ζήλο, δίχως φτιασιδώματα και υπερβολές, άμεσα και κατ’ ουσία δοσμένο. Η ταινία, καθαρά δραματική εμπεριέχει εμβόλιμα στοιχεία κάπως χιουμοριστικά (βλέπε, η τρελή της πολυκατοικίας και η κατ’ επανάληψη σκηνή με το παρκαρισμένο αμάξι) έως και κάπως σουρεαλιστικά (βλέπε, κατσίκα του γείτονα). Το κοινό στην αίθουσα γέλασε αρκούντος σ’ αυτές τις σκηνές, τόσο με το αμάξι όσο και με την «τρελή με την σκούπα», κάτι που αφενός σημαίνει πως εάν υπήρξε εκούσιος στόχος του σκηνοθέτη να «χαλαρώσει» λίγο τον θεατή από την βαριά ατμόσφαιρα της ιστορίας το πέτυχε αφετέρου πως εάν ήθελε να παντρέψει το δραματικό με το χιουμοριστικό στοιχείο για να ανακουφίσει την όποια κινηματογραφική ή/και ψυχική ένταση και να καταστήσει το έργο κράμα κινηματογραφικών ειδών, το έκανε με καλό επίσης τρόπο – αν και σε σημεία, κάπως αχρείαστα επαναλαμβανόμενο. Η ταινία, που αναδεικνύει ανάμεσα σ’ άλλα το θέμα της κακής και σκληρής εκδοχής της πατριαρχικής οικογένειας, της απόκρυψής και της αποκάλυψης μυστικών εντός του τόσου κλειστού και ιδιωτικού μικρόκοσμου της οικογένειας σε συσχέτιση με τις ενοχές και τις συγκαλύψεις (και μακριά πάντα απ’ το άγρυπνο βλέμμα των «έξω»), καταλήγει ίσως να (από)δείξει πως καμιά φορά τίποτα δεν μπορεί να μείνει κρυφό για πάντα και πως ο λογαριασμός έρχεται πάντα στο τέλος κι ο καθείς καλείται και πρέπει να τον πληρώσει – κι αν δεν τον πληρώσει ο ίδιος, κάποιος άλλος θα το κάνει γι’ αυτόν ή εξαιτίας αυτού. Εξάλλου, οι όποιοι «εισβολείς» στις ζωές άλλων, καταλήγουν συνήθως «εισβολείς» και στην δικιά τους ξεχασμένη, ηθελημένα ή όχι, ζήση και η συνύπαρξη της ιδιωτικής ιδιοκτησίας (προσωπική ζωή) με την δημόσια κοινοκτημοσύνη (κοινωνία) μοιάζουν και είναι αυτονόητα ετεροκαθορισμένα και αλληλοεξαρτώμενα μοτίβα τόσο στο πανί όσο και στην ίδια την πραγματική πραγματικότητα. Τέλος κι ανάμεσα σ’ άλλα, τροφή για σκέψη εξ αφορμής της ταινίας είναι επίσης και η ίδια η ιδιοσυγκρασία του ανθρώπου – αφενός του ανθρώπου ως φύση τέτοια, με την όποια περιέργειά του σε σχέση με την ζωή των «άλλων» και την ενασχόληση του μ’ αυτήν (τρόπος και αιτίες) αφετέρου του ανθρώπου-καλλιτέχνη που στερεμένος φαινομενικά απ’ το μέσα και αναζητώντας την έμπνευση για το έργο του στα «έξω», καταλήγει να κάνει ίσως έναν κύκλο επιστρέφοντας στα δικά του «έσω».

+ Συν και ενδιαφέροντα: η καλοδουλεμένη φωτογραφία σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, ο ίδιος ο προβαλλόμενος χώρος και η επιλογή του κάθε χωροχρονικού σημείου, η σκηνή με τον Κόκκινο στην ταράτσα ντυμένο με την κελεμπία κάτω από τον αυτόφωτο φοίνικα, η σκηνή όπου η τρελή γειτόνισα τραγουδάει καθισμένη στο αναπηρικό καροτσάκι κι αυτή στον καναπέ με τους Κόκκινου και Ιωάννου, η δευτερεύουσας στην όλη ιστορία αλλά εξίσου άξια αναφοράς στιγμή και καυστικώς εύστοχη ατάκα της Πόπης Αβραάμ προς την νεαρή συνάδελφό της, η παλαιάς αισθητικής επιλογή στην κόκκινη γραμματοσειρά του τίτλου της ταινίας και η απόδοση ενός καλοδομημένου αστικού τοπίου με ό,τι αυτό εξυπακούεται και περιβάλλει. Μοναδικό πλην, η κατ’ εμέ, κουραστική και ίσως υπερβολική σε αριθμό προβολή της σκηνής με το αμάξι και αυτής με την τρελή ένοικο. 

Γιώτα Παναγιώτου