Beluga / A few words

«Μαγική» συνταγή για να καμωθεί, με πάσα βεβαιότητα, μια καλή ταινία δεν υφίσταται – υπάρχουν όμως, ανάμεσα σ’ άλλα, μες στον κινηματογραφικό πλουραλισμό και την πολυφωνία, η καλή σκηνοθετική αντίληψη, το καλό σενάριο, ο απέριττος και άμεσος ρεαλισμός, η λιτή παράθεση του περιβάλλοντα χώρου και οι φυσικώς δοσμένες ερμηνείες που πάντα μπορούν να γειώσουν με τον πιο απλό και αβίαστο τρόπο σε μια πραγματικότητα ξένη προς/για τον θεατή  μα συνάμα τόσο οικεία, που μπορούν να τον εντάξουν σ’ αυτήν με τρόπο τόσο «καθαρό» και «ζωντανό». Αυτό συνέβη με την ιρανική Beluga, μια καθαρά και βαθιά ανθρώπινη ταινία, βασισμένη αποκλειστικά και μόνο στην ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας μιας ιστορίας εκτυλισσόμενης φαινομενικά τόσο μακρινής μα ταυτοχρόνως τόσο κοντινής αφού κοινός τόπος του ανθρώπου, απ’ άκρη σ’ άκρη σε τούτο το κομμάτι γης που κατοικούμε – όπου κι όποιο κι αν είναι αυτό – είναι η πάλη για το βιός και τα πιστεύω, σε όλα τα επίπεδα. Το υπέροχο και αχανές φυσικό τοπίο που εισάγει τον θεατή στην ιστορία, είναι αυτό, ακριβώς το ίδιο, που τον εξάγει απ’ αυτήν. Ένας εύστοχος (και πολλάκις χρησιμοποιημένος) σκηνοθετικά κύκλος, ένας κύκλος-παραπομπή και μεταφορά ως προς τον κύκλο της ίδιας της ζωής. Η ταινία που ξεκινά, με τους συντελεστές να έχουν επιλέξει προ του τίτλου να πέσει στο πανί η φράση In the name of God, σε μπάζουν ευθύς εξ αρχής σε μια ένταση αφού από το πρώτο κιόλας λεπτό το σύντομο πλάνο της φυσικής ομορφιάς διακόπτεται από ένα ανθρωποκυνηγητό. Ακολουθούν οι συστάσεις με τον χώρο (νεκροταφείο πλοίων, καφενείο, ανατολίτικη φτωχή ζωή, συνύπαρξη της φύσης με τον άνθρωπο) και τους πρωταγωνιστές (ένα νεαρό αγόρι, η οικογένειά του, συντοπίτες, καλοθελητές και εκμεταλλευτές), με την μουσική να ντύνει απ’ την αρχή κιόλας όμορφα και εύστοχα τα πλάνα. Ο ρεαλισμός μιας άλλης πραγματικότητας, μιας άλλης κουλτούρας, μιας άλλης νοοτροπίας φαντάζει (σχεδόν) πάντα στα «δυτικά» μας μάτια τουλάχιστον ενδιαφέρον και συμπαθής. Στη δε ταινία, καταφέρνει να προβληθεί με τρόπο λιτό  και περίτεχνο μέσα από μια ιστορία που ξετυλίγεται σε δυο μέρη. Στο πρώτο παρατίθενται τα γεγονότα, η ζήση και η καθημερινότητα του Damon και της οικογένειάς του, με τα χρέη, τις αγωνίες και τα προβλήματά τους καθώς στο δεύτερο και έχοντας προκύψει το θέμα της κατάσχεσης της βάρκας τους και της φυλάκισης του πατέρα για παράνομο ψάρεμα, παρατίθεται και ξεδιπλώνεται η αντίληψη και η πορεία του ίδιου του αγοριού μες στα τεκταινόμενα  - και με τα δύο μέρη, να ορίζονται και να υπάρχουν εξ αφορμής και εξ αιτίας του νερού, του ψαρέματος, της συνύπαρξης, αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης του ανθρώπου με τη φύση. Είναι έγκλημα να αγαπάς την θάλασσα, αναρωτιέται ο δεκατριάχρονος που παθιασμένος καθώς είναι, σαν το παππού του, με το ποτάμι συνεχίζει κρυφά -και μετά την φυλάκιση του πατέρα- το ψάρεμα (το παράνομο ψάρεμα), μες στην αυτοσχέδια βάρκα-τροχό και μες στα βρώμικα νερά του ποταμού. Παραγκωνίζει την αυτονόητη και «φυσιολογική» χαρά και ξεγνοιασιά της ηλικίας του αφού αρνείται να παίξει ποδόσφαιρο με τους συνομηλίκους του κι αντ’ αυτού, ήσυχα, αθόρυβα και με πάθος ασχολείται μόνο με το ψάρεμα. Πουλάει την πρώτη του ψαριά σε έναν έμπορα και δίνει τα χρήματα απ’ αυτήν στην έγκυο μητέρα του, χαρίζει στον θεατή τον πιο χαρούμενο ίσως αναστεναγμό σε ταινία στο φετινό φεστιβάλ (μέχρι τώρα) και όταν τελικά καταλήγει η καίριας σημασίας σκηνή με το τυχαίο πιάσιμο στα δίχτυα του της Beluga, αποδεικνύει το μεγαλείο της παιδικής αθωότητας, της άκρατης ευαισθησίας, της αγάπης και του σεβασμού προς την ίδια τη φύση. Επιλέγει να μοιραστεί το μυστικό του πρωτίστως με την Τίτι, ένα μικρότερης ηλικίας κοριτσάκι με το οποίο είναι δεμένος και το οποίο, διόλου τυχαία, είναι το πρώτο που εμπιστεύεται. Εξάλλου, η όλη εξέλιξη και κατάληξη της ιστορίας αποδεικνύει πως τελικά οι γυναίκες και τα παιδιά είναι οι καταφερτζήδες σ’ αυτή την ταινία αφού μες στα «κυκλώματα» και τους πάσης φύσεως εκμεταλλευτές, καταφέρνουν αφενός σε πρώτο επίπεδο να νικήσουν αφετέρου σε γενικότερο πλαίσιο να δώσουν την θετική χροιά και κατάληξη μες στον αγώνα τους, έναν αγώνα-συμβολισμό για τους απανταχού μαχητές του κόσμου, έναν αγώνα-συμβολισμό που αφορά και δεικνύει, στην προκειμένη, το τρίπτυχο άνθρωπος-εκμετάλλευση/αντιμετώπιση-φύση.

Στα συν και στα όμορφα δοσμένα της ταινίας: η σκηνή μετά τον θάνατο του Χασέμ όπου μάνα και γιός θρηνούν στην εξώπορτα του αστυνομικού τμήματος, η σκηνή με το πτώμα στις όχθες του ποταμού όπου ο σκηνοθέτης επιλέγει αντί των κραυγών να ντύσει με μουσική, το νεογέννητο μωρό ξαπλωμένο ήρεμα στο δίχτυ, τα ανοιγμένα χέρια και το πιο όμορφο παιδικό χαμόγελο μες στο ποτάμι μετά την ψαριά, η απλότητα και η αμεσότητα του ίδιου του πιτσιρικά στο παίξιμο και στην κινηματογραφική του αντίληψη και στάση προς το θέμα και την ιστορία, η απλότητα στο δόσιμο της ταινίας που γεννά τουλάχιστον μια εύστοχη αμεσότητα και τέλος, η πεπατημένη οδός νουθεσίας και ευαισθητοποίησης που θέλει με το τέλος της ταινίας και τους τίτλους τέλους της να παρατίθενται στατιστικά και δεδομένα που αφορούν την θεματική της ταινίας (βλέπε, αφανισμός της Beluga μέχρι το 2021 από την Κασπία θάλασσα). 

Γιώτα Παναγιώτου