Οπαδός της ΑΕΚ ή ο δικέφαλος / Ερρίκος Μπελιές

Σβήνουν απότομα όλα γύρω μου σαν όταν κλείνει του θαλάμου το φωτάκι η νοσοκόμα και πάει ν’ αδειάσει τα λεκανάκια με το αίμα το πηγμένο και τα γκρίζα σάλια ή όπως σβήνουν όλα στο μυαλό του αγοριού που ψαύει τον φαλλό του κάτω απ’ το σεντόνι γίνεται νύχτα γύρω μου πολλαπλασιάζονται σα ρίζες σπαραγγιού άγνωστοι άνομοι να παζαρεύουν σκόνη στα τσιγάρα το καυλί τους και τη μάνα τους την ίδια κι άλλοι που αρκούνται να μυρίζουν τη βενζίνα στο σφουγγάρι και τρίτοι που βαράν γροθιές αναμεταξύ τους κι αιμορραγούν εγώ φοβάμαι μα δε φεύγω τότε με πλησιάζει κάποιος και «Δεν είσαι συ που η μνηστή σου χρόνια στο οινόπνευμα συντηρημένη στο μουσείο» και «Εσύ δεν είσαι που ‘σβησες απ’ τον οικογενειακό σας τάφο τα ονόματα βάζοντας σ’ άντρες και γυναίκες Λάζαρος μα τίποτα δεν γίνηκε» κι εγώ καταλαβαίνω πως οι πάντες ξέρουμε τα πάντα για τους πάντες άρα ελεύθερα μπορώ να ψεύδομαι γι’ αυτό και κόβω το κεφάλι μου το βάζω στη μασχάλη τ’ άλλο το φοράω γίνομαι σαν τον Άη-Γιώργη των εικονισμάτων μπαίνω στο παιχνίδι και παίζω μέχρι που από τα μάτια του καλού μου κεφαλιού σβήνουν απότομα όλα. 

Από την ποιητική συλλογή "Πόλεως" (1985)