El Club / A few words

Μετά το αφιέρωμα στον Hal Hartley το 2015 (το πιο αξιόλογο αφιέρωμα κατά την γράφουσα αυτά τα 15 χρόνια του θεσμού), φέτος η κατηγορία αυτή καλύπτεται απ’ τον Χιλιανό Pablo Larrain. Μία εκ των τριών ταινιών που προβάλλονται στις φετινές κινηματογραφικές μέρες Κύπρου, το El Club, που μαζί με τις υπόλοιπες ταινίες του Δευτεριάτικου ημερήσιου προγράμματος, Indivisible και The Student, απ’ την Ιταλία και την Ρωσία αντίστοιχα, φρόντισαν να μετατρέψουν την εργατική Πρωτομαγιά σε "θρησκευτική" Πρωτομαγιά για το κινηματογραφόφιλο κοινό της Λευκωσίας αφού και οι 3 τους αφορούσαν ή ανέφεραν, η καθεμιά με τον τρόπο της, τα της θρησκείας.

Στα της ίδιας της ταινίας τώρα, ο Χιλιανός σκηνοθέτης που το 2007 δήλωσε ανάμεσα σ’ άλλα στον κριτικό Χρήστο Μήτση πως οι άνθρωποι είναι θύματα της Ιστορίας που αναγκάζονται να δρουν με τρόπους που δεν αντιλαμβάνονται πλήρως και δίχως ποτέ να μπορούν να ελέγξουν τις συνέπειες των πράξεών τους, κατάφερε να δώσει – τουλάχιστον για/στην γράφουσα – την καλύτερη μέχρι στιγμής ταινία του φετινού φεστιβάλ. Μια ταινία καθαρά πολιτική αφού σ’ αυτήν διαφαίνεται ξεκάθαρα η στάση του Larrain ως προς την σχέση μεταξύ καθολικής εκκλησίας και των μαύρων προβάτων που υπάρχουν μέσα σ’ αυτήν, μια ταινία που έκανε τον Aronofsky να θεωρήσει και να κρίνει τον Χιλιανό ως τον καταλληλότερο για την σκηνοθεσία της Jackie (στην οποία ο Αμερικανός, εκτελεί χρέη παραγωγού). Ο χώρος στον οποίο διαδραματίζεται η ιστορία και που μοιάζει κάπως και εκ πρώτης όψεως μ’ αυτόν στο τηλεοπτικό Father Ted (βλέπε, μέσα με τέλη δεκαετίας του ’90, τρεις ιερείς εγκατεστημένοι σε ιρλανδικό νησί), δεν είναι άλλος από την απομονωμένη, μικρή παραθαλάσσια πόλη της La Boca. Εκεί και σ’ ένα σπίτι προσευχής-εξιλέωσης-τιμωρίας κατοικούν πέντε άνθρωποι, πέντε πρώην άνθρωποι της εκκλησίας, πέντε άνθρωποι νυν εγκληματίες (δικαιολογημένα ή όχι χαρακτηρισμένοι ως τέτοιοι), οι οποίοι στάλθηκαν να ζήσουν και να συνυπάρξουν εκεί - κατόπιν απόφασης της Καθολικής εκκλησίας - εφόσον θεωρήθηκε πως έπρεπε με κάποιο τρόπο να τιμωρηθούν για τις πράξεις που διέπραξαν στο παρελθόν, πράξεις που ασφαλώς αμαύρωσαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το «καλό» όνομα της εκκλησίας. Προσπαθώντας να προστατεύσει λοιπόν την εξωτερική εικόνα της, η εκκλησία αποφασίζει όπως κάνει συγκάτοικους τους πάτερ Vidal, Ortega, Silva και Ramirez και μαζί μ’ αυτούς – και στον ρόλο της επόπτριας – την μοναχή Monica (την στην πραγματικότητα σύζυγο του Larrain). Η καθημερινότητα των πέντε, ένα σταθερό αλγοριθμικό μοτίβο που περιλαμβάνει το σε καθορισμένη ώρα γεύμα τους, την παρακολούθηση τηλεόρασης, το από κοινού θρησκευτικό τραγούδι και την φαινομενικά παράδοξη - εάν σκεφτεί κανείς την θρησκευτική τους ιδιότητα – ενασχόλησή τους με τις κυνοδρομίες (έχουν στην κατοχή τους τον μοναδικό σκύλο που αναφέρεται κατά πως λέει ένας εξ αυτών στη Βίβλο, ένα greyhound) – κι όλα αυτά, κατά κανόνα, όσο πιο μακριά και αποκομμένα γίνεται από την δημόσια, κοινή ζωή, από την συνύπαρξη με τους ντόπιους. Η κατά τ’ άλλα ομαλή σταθερότητα της καθημερινής τους ρουτίνας, ανατρέπεται και αποδεικνύεται εν τέλει εύθραυστη όταν στο σπίτι στέλνεται ακόμα ένας πάτερ, ο παιδεραστής πάτερ Lazcano, ο οποίος αφού γίνει αντιληπτός από έναν ντόπιο (πρώην παπαδοπαίδι που έχει βιαστεί από αυτόν) και εβρισκόμενος πια στο κατ’ ανάγκην αυτό «κοινόβιο» με τους υπολοίπους, παίρνει το περίστροφο και αυτοκτονεί. Η συνάντηση των δύο, του πάτερ Lazcano με το παπαδοπαίδι (τον αγύρτη και μπεκρή πανταχού παρόντα της La Boca, Sandokan) και η συνεπακόλουθη αυτοκτονία του πρώτου, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για να ξανα-γεννηθούν και να ‘ρθουν στην επιφάνεια οι παρελθοντικές πράξεις και η ζήση του καθενός από τους υπόλοιπους πέντε ενοίκους του σπιτιού, πράξεις και ζωές καλά θαμμένες μες στην καθημερινότητα και την ομαλή φαινομενικά συμβίωσή τους. Ακολουθεί η άφιξη του πάτερ-συμμορφωτή που αποσκοπεί αφενός στο να κατανοήσει τι συνέβη σχετικά και γύρω από την αυτοκτονία αφετέρου και κυρίως στο να αντιληφθεί και να συμμορφώσει τους μόνιμους ενοίκους του σπιτιού – άφιξη η οποία σηματοδοτεί μια σειρά από συνεντεύξεις με τον καθένα από τους πέντε και που εν τέλει, ξεδιπλώνει σιγά-σιγά το αμαρτωλό παρελθόν του καθενός από αυτούς. Το φόντο πίσω από τους συνεντευξιαζόμενους πάτερ, πάντα η θάλασσα. Το φόντο πίσω από τον πάτερ-συμμορφωτή πάντα το από κοινού μοιραζόμενο και σήμα-κατατεθέν τραπέζι της κουζίνας. Οι θέσεις τους πάντα οι ίδιες και το μοτίβο αναλλοίωτο. Εξάλλου, από την αρχή μέχρι και το τέλος της, η ταινία διακατέχεται από μια πνιγηρή μουντάδα, το τοπίο είναι πάντα σκοτεινό και τα ψυχογραφήματα των χαρακτήρων σε πρόδηλη συνάρτηση με το περιβάλλον. Ψυχογραφήματα και σκιαγραφήσεις ανθρώπων παραγκωνισμένων, κουβαλητών και συμβόλων της απάνθρωπης ανθρωπιάς και της ανθρώπινης απανθρωπιάς, άνθρωποι-μαύρα στίγματα και μιάσματα για την πάντα καλή εικόνα που επιδιώκεται από την εκκλησία. Άλλωστε, αναφορά σ’ αυτήν γίνεται στη συζήτηση ανάμεσα στον νεοφερμένο και προσωρινό ένοικο-πάτερ και την επόπτρια, η οποία τον «απειλεί» - μετά την δήλωσή του ότι θα κλείσει το σπίτι αυτό - ότι θα αποταθεί στους δημοσιογράφους, σε μια σκηνή κομβικής σημασίας αφού έπονται αυτής οι πιο έντονες και πιο γρήγορα ξεδιπλωμένες και βαθιές στιγμές της εξέλιξης της ιστορίας και της σκιαγράφησης της πραγματικής ταυτότητας του κάθε ήρωα. Πόσο και πως συγχωρεί κανείς, πόσο και πως ξεχνάει κανείς, πόσο και πως το παρελθόν μπορεί να κρυφτεί, πόσο και πως εξιλεώνεται κανείς απ’ τις αμαρτίες του είναι ίσως μερικές απ’ τις ερωτήσεις που μπορεί να γεννηθούν στο μυαλό του θεατή και με το υπόβαθρο να είναι πάντα αυτό της εκκλησιαστικής καθωσπρέπει νόρμας και της στάσης της έναντι στους όποιους παρίες και εγκληματίες. Τα αριθμητικά λίγα πλάνα που αφορούν την συνύπαρξη των ενοίκων με τους ντόπιους, το ξύλο που δίνεται στους προσωποποιημένους θύτες και θύματα της καθολικής εκκλησίας, το μαύρο χιούμορ, οι εκρήξεις και τα ξεσπάσματα – τα πρόδηλα τέτοια αλλά και τα υποβόσκοντα ήρεμα καθόλη τη διάρκεια της ταινίας, η δολοφονία του σκύλου, το μοτίβο γεύμα-τηλεόραση-τραγούδι, το κάθε πλάνο, η κάθε κουβέντα και η κάθε πράξη εν τέλει, κουβαλούν την ίδια σημασία, το ίδιο βάρος και το ίδιο νόημα ισότιμα και ισάξια μεταξύ τους σε όλη την ταινία. Η υπέροχη φωτογραφική αντιληψη και ματιά του Armstrong, η εξαιρετική μουσική του Εσθονού – αγαπημένου του Malick – Arvo Pärt (βλέπε επίσης, μεγάλη επιρροή και σεβασμό προς το έργο του, ανάμεσα σ’ άλλους, από τους PJ Harvey, Rufus Wainwright και Nick Cave), η έτσι κι αλλιώς ενδιαφέρουσα ιστορία και το αριστοτεχνικό ξεδίπλωμά της μέσα από ένα καλοδουλεμένο και καλοστημένο σκηνοθετικό πλαίσιο που δημιουργεί ένα αμάλγαμα σκληρότητας, εμπάθειας, συμπόνιας, στοργής και απέχθειας από, προς και μεταξύ των χαρακτήρων, από, προς και μεταξύ αυτών και της Εκκλησίας, καθιστά το El Club μια άξια λόγου και αναφοράς ταινία μες στην ιστορία του κινηματογράφου.

Συν, σκηνές και ενδιαφέροντα: η σκηνή που η επόπτρια σκουπίζει τα αίματα στα σκαλιά του σπιτιού σε συνδυασμό με το υπέροχο δέσιμο καιρού και την μουσική υπόκρουση, όλη η σκηνή από την αρχή μέχρι το τέλος που αφορά την τροπή και κατάληξη της ιστορίας (από την σακούλα στο κεφάλι του σκύλου, το σκεπάρνι ανά χείρας και το ξύλο που πέφτει μέχρι την σκηνή του φιλιού στο πόδι, την συζήτηση στο δωμάτιο μετά την δολοφονία του σκύλου και το γεύμα στο τραπέζι - των έξι πλέον), το ίδιο το τέλος στο οποίο η επόπτρια επαναλαμβάνει τα ίδια ακριβώς λόγια που είχε πει στον νεοφερμένο τότε παιδεραστή πάτερ πριν την αυτοκτονία του (αυτή τη φορά στον νεοφερμένο τρελό ντόπιο ένοικο με την απορία να γεννάται και να παραμένει προς απάντηση και ερμηνεία ως προς την κατάληξη αυτού και την συνέχεια της συγκατοίκησης, στον παρατηρητή-θεατή). 

Εξω-ταινιακό πλην: το ότι οι υπότιτλοι στην ταινία ήταν της Calamity Jane...


Γιώτα Παναγιώτου