Συγκομιδή από την εποχή της ξηρασίας / A few words

  Η ανάρτηση αφορά και γεννάται έπειτα από το ταξίδι μερικών εκατοντάδων χιλιομέτρων ενός βιβλίου που κίνησε απ’ τα σχεδόν Βαλκάνια για να καταλήξει στην σχεδόν Ανατολή - και την ανάγνωσή του. Ο λόγος για την «Συγκομιδή από την εποχή της ξηρασίας», το τρίτο κατά σειρά πόνημα του Χρήστου Πελτέκη, μετά τα «Από την λάθος πλευρά» (2014) και «Εκεί που ο λυκοκτόνος ανθίζει» (2015). Πόνημα που αφιερώνεται στη μνήμη της μάνας, σαν το ελάχιστο μες στα πλείστα, κατά πως γράφει και παραθέτει σαν εναρκτήριο λάκτισμα ο saunterer για να ξεκινήσει ευθύς έπειτα την στιχομυθία του δηλώνοντας πως όπου υπάρχει σταυρός, υπάρχει (και) ποίηση.
  Στις 90 και πλέον σελίδες της έκδοσης αυτής, ο τζούφιος σταυρός που ορίζεται και οριοθετείται ως τέτοιος απ’ την αρχή μέχρι το τέλος, είναι ακαριαία ειλικρινής αφού ο κουβαλητής του, σκληρός πια σαν πέτρα και τσακισμένος απ’ ό,τι έφυγε μα έμεινε, δεν τον παραθέτει σαν νουθεσία μα πιότερο σαν εξομολόγηση και κάμωμα αυτό-αναφορικής πάλης. Εξάλλου, γράφοντας απ’ το υπόγειο και με τους κοινωνικούς κραδασμούς να τον περιβάλλουν, «κολλάει» στον περιπτερά και τον κρεοπώλη της γειτονιάς, με τρόπο αλγοριθμικά δομημένο, παρά σ’ όσους του δείξαν και του τάξαν τον κόσμο ολάκαιρο. Πίνει απ’ το ποτήρι της παρακμής του και δεν υπονοεί πουθενά πως θα σε κεράσει, αφού ξέρει πως τίποτα δεν μπορεί να σου δείξει τον δρόμο και αφού το μερτικό του - μέρες φαγωμένες μέσα σ’ αναμνήσεις που στέγνωσαν, μες στις εσχατιές του χρόνου, μες στη ρημαγμένη μοναχικότητα των αιώνων -  είναι ιδιωτικό κι αμοίραστο, τελικά.
  Τσακισμένο μες στην αδιαπραγμάτευτη πτώση, που παραμένει περήφανη και πεισματάρα, το βιός του ταλαντεύεται μες στη σχέση του ιδίου σαν ζήση ανθρώπινη και του ιδίου σαν ιδιότητα κοινωνική, στη σχέση του ιδίου σαν ταυτότητα συγγραφική και του ιδίου σαν οικογενειακή παραπομπή (γιός). Σαν ζήση ανθρώπινη – μαδημένος και σωριασμένα ηττημένος μες σε μασημένες μέρες, σαν ιδιότητα κοινωνική – αργοπορημένος για μια νέα αρχή, σαν ταυτότητα συγγραφική – ανάκατα αδέξιος λεξοπλάστης και σαν οικογενειακή παραπομπή – γομάρι που ΄γινε κουφάρι.
  Άλλωστε, όλοι μπορούν να δουν ένα φάντασμα μα κανείς δεν μπορεί να το κλωτσήσει κι όλοι μες στον λάθος χάρτη του χρόνου σιωπές και πτώσεις, φυγές και φευγιά, κατσιασμένοι σημαιοφόροι που πάνε – ακόμα – από συνήθεια. Σαν μεσάζων ή έστω σαν σε ανοικτό διάλογο με δυο κόσμους, ο Πελτέκης, συνομιλεί με το έδαφος και το υπέδαφος – με το έδαφος της ζήσης, με το πάνω, με το έξω, με το γύρω, με τ’ άστρα και με τον ουρανό, με την Μεγάλη και την Αγία Νύχτα, με τον Γέρο Ωκεανό και με τον Πλάστη και ταυτόχρονα με το υπέδαφος της ποίησης, με τον θάνατο, με την απώλεια, με τον Διάολο, ξέροντας πως τα κόκκαλα της γης και τα δικά του συνάμα δεν χρειάζονται μέτρημα αφού κοινός τόπος, ο αναλλοίωτος και άρρωστος, είναι αυτός κάτω απ’ το σταυρό και πάνω στο χωράφι, σ’ αυτό που αγόρασε ο Ιούδας και που σ’ αυτό το ίδιο ξεχύθηκαν απ’ την κοιλιά τα σπλάχνα του.
  Κι αν ακόμη τα των γραφών δεν συμφωνούν για τον θάνατο του Ιούδα κι αν ακόμη τα των ποιητικών σιναφιών δεν παραδέχονται του Ιπποκράτη τον ορισμό για την μελαγχολία (μαύρη χολή, μαύρη όψη της λύπης), ο saunterer ξέρει πως έτσι κι αλλιώς, μ’ ένα γήτεμα του ματιού, μ’ ένα ανοιγοκλείσιμο όλα χάνονται. Χάνονται και στη διαθήκη του ενός, ανάμεσα σ’ άλλα, αναφέρεται πως πρέπει κανείς να φροντίζει να χωράει κάπου τις δόξες, να ζει απαρατήρητος και ανεπιτήρητος, να πληρώνει το τίμημα  - γιατί αυτό είναι φιλία και σαν το ψάρι σιωπηλός να ξέρει πως η γιορτή της Μάνας κρατάει ακόμα… λίγο.
  Η υπομονή κι η πάλη, το αδύνατο, η νύχτα κι ο τάφος, η άνοιξη και το κομματιασμένο κουράγιο, η διάθεση της ατελέσφορης νοσταλγίας, ο ξεθωριασμένος χωροχρόνος, ο θάνατος ως η μόνη ενδεδειγμένη λύση, οι ορφανοί άντρες που προτίμησαν την καρτερία απ’ τον βραχνά κι η μεγάλη, με κόπο και μεράκι, «συλλογή» του ενικού, εξομολόγηση επί χάρτου, που απλά συμβαίνει. Παράθεση παρά υπόδειξη, υποβολή παρά επεξήγηση. Καταγραφή με το βάρος – κι όχι εις βάρος – του αναγνώστη με το καταφύγιο και την διέξοδο, απ’ το σύμπτωμα ή την σύμπτωση, να ‘ναι το ότι ξεμένουμε από χρόνο – άρρωστοι μα επιζώντες, επιζώντες μα άρρωστοι.
  Προς το τέλος του βιβλίου, γίνεται ξεκάθαρο αυτό που υποβόσκει έτσι κι αλλιώς εξ αρχής – ότι η ζήση ως τέτοια υπήρξε και πριν την εποχή της ξηρασίας και ότι αν είναι κάτι να φουρνελιάσει, θα φουρνελιάσει αφού μετρήσει όσα έχασε κι όσα απέμειναν, δίχως τη διάθεση να τα χαρίσει, δίχως τη διάθεση να τα περιφέρει. Δεν μοιάζει να γαβγίζει εξάλλου για να τρομάξει τους περαστικούς και τους περιπλανώμενους απ’ τις σελίδες του ούτε να αφοπλίσει με την σπιρτάδα της στρεβλής αντίληψης της ζήσης (του), δεν προτιμά μια εξιδανικευμένη μες στα «καταραμένα» ποιητικά μονοπάτια πορεία ούτε μια εξιδανικευμένη μες στην «ομορφιά» του «αυτονόητου» της ζωής παράθεση.
  Τέλος, συνοπτικά και σαν επίγευση είναι πως η συγκομιδή του Πελτέκη ήταν ένα καλό κάμωμα και, επειδή τα πάντα πηγάζουν όχι απ’ το πώς κρίνεται κανείς για τα έσω του που εντυπώνονται στο χαρτί αλλά απ’ τα δικά του καθαρά αισθητικά και άλλα κριτήρια ως προς το αλισβερίσι του μοιράσματος σαν αναγνώστης, η γράφουσα έχει την υποψία πως τα όσα ο saunterer παραθέτει, μπορούν να πιάσουν τόπο και σ’ άλλα ζευγάρια μάτια. Κάπως έτσι κι έχοντας πει αυτά, κλείνω γράφοντας πως αν και σε αρκετές περιπτώσεις ένιωσα πως κάποια ποιήματα θα μπορούσαν να μην ενσωματωθούν στο βιβλίο και άλλα θα μπορούσαν να είχαν γραφτεί καλύτερα σε μορφή πεζού παρά ποιήματος, αν και σε μερικές περιπτώσεις οι ιδιάζουσες ρίμες και ομοιοκαταληξίες που δοκιμάζει σ’ αυτό το βιβλίο του ο Πελτέκης θα μπορούσαν να είναι λιγότερες αριθμητικά ή δοσμένες αλλιώς, νιώθω πως το βιβλίο αξίζει και προτείνεται για ανάγνωση, αφού εν τέλει έχει κάτι να πει.

Αγαπημένα πονήματα απ’ την συλλογή
Το τσεκούρι / Γεροντικόν
Ο δειλός
Goodnight Europe
Το φορτίο
Ο αιώνας

Αγαπημένοι, ανάμεσα σ' άλλους, αποσπασματικοί στίχοι

[…] Πούλα ποίηση ! συναισθηματική κοπριά
αποχαύνωση, παρακμή κι αξυρισιά
βασικά τίποτα άλλο
παρά αφόρητη σύμβαση και αυταπάτη
και του λόγου σου
σημασία όμως έχει ότι
στον πάγκο δίπλα στα βιβλία
πουλάς μαζί καταραμένους έρωτες
σε καλοαναθρεμμένες δεσποινίδες
που θέλουν μια μικρή δόση αλήτη στο κρεβάτι τους
και βέβαια το πιο σημαντικό κι εδώ
πουλάς μούρη σε όλους τους άλλους […]
(Σελίδα 84, Χρηματιστήριο αξιών)


Γιώτα Παναγιώτου