Grave / A few words

Η Ducournau, η υπογράφουσα του σεναρίου και της σκηνοθεσίας του Grave (μεταφρασμένο και αγγλιστί Raw), κατάφερε μέσα από την πρώτη αυτή μεγάλου μήκους ταινία της να διχάσει το κοινό. Μια ταινία βρίθουσα από αλληγορίες, συμβολισμούς και παραλληλισμούς, που εξ ορισμού του είδους της περικλείει στοιχεία τα οποία στις πλείστες των περιπτώσεων είτε που θα ενθουσιάσουν είτε που θα ισοπεδώσουν τα του θεατή κινηματογραφικά προβλεπόμενα και απαιτούμενα. Η ιστορία που θέλει μια πολλά υποσχόμενη και άριστη 16χρονη μαθήτρια, τη Justine, να ξεκινά τις σπουδές της στην Κτηνιατρική σχολή, σχολή στην οποία φοιτά ήδη η μεγαλύτερης ηλικίας αδερφή της, εκτυλίσσεται κατά κόρον μες στον πανεπιστημιακό χώρο. Οι εξω-πανεπιστημιακές σκηνές είναι μετρημένα ελάχιστες. Η πρώτη, δίνεται στην αρχή κιόλας του φιλμ και μέσω αυτής (βλέπε, η Justine και οι γονείς της καθοδόν για το Παν/μιο με μια στάση για φαί) δίνονται ελάχιστα στοιχεία για το υπόβαθρο και την ταυτότητα της οικογένειας (βλέπε, μόνο ότι όλοι τους είναι χορτοφάγοι) και η δεύτερη, στο τέλος όπου πια το σκηνικό μεταφέρεται στο σπίτι της οικογένειας. Βέβαια, εμβόλιμα και σύντομα μες στην ταινία, υπάρχουν σκηνές που εκτυλίσσονται και έξω από την φοιτητική κοινότητα (βλέπε, στον δρόμο, στον ίδιο αυτό δρόμο που δίνεται σαν πρόγευση στο πρώτο λεπτό χωρίς κάποια επεξήγηση στον θεατή, στο νοσοκομείο και προς το τέλος, στην φυλακή/ίδρυμα που πλέον «κατοικεί» ένα απ’ τα μέλη της οικογένειας). Άλλωστε, ο ίδιος ο φοιτητικός χώρος, έχει μεν ρόλο-συμβολισμό αλλά όχι τον πιο σημαίνοντα δε στην ίδια την πλοκή της ταινίας. Οι σκηνές που παρουσιάζονται αυτές καθαυτές μέσα σε αυτόν δεν έχουν τον πρωταρχικό ρόλο στη σημασία της ιστορίας, πλην των συμβολισμών που υποβόσκουν με την παράθεση των σκηνών με τα όποια ζώα, νεκρά ή ζωντανά, παρουσιάζονται σ’ αυτές και φυσικά, την γενικότερη εννοιολογική προσέγγιση του θέματος της ιστορίας. Μιας ιστορίας της οποίας το κουβάρι ξετυλίγεται ευθύς εξαρχής από την πρώτη κιόλας βδομάδα φοίτησης της 16χρονης στη Σχολή, μιας βδομάδας γεμάτης περίεργα τελετουργικά μύησης (βλέπε, καψόνια παλιών στους πρωτοετείς), μπόλικο χορευτικό λίκνισμα, μουσική, σεξ, ποτό και εφηβικά ξεσαλώματα. Μέσα σ’ αυτά, και αφού αποδειχθεί πως και οι γονείς των δυο αδερφών πέρασαν επίσης από την ίδια σχολή χρόνια πριν, έρχεται φυσικά η σκηνή με την «αναγκαστική» δοκιμασία των ωμών νεφρών λαγού, σκηνή-εναρκτήριο λάκτισμα για την αποκάλυψη και την εξέλιξη της ταυτότητας και της φύσης της πρωταγωνίστριας. Μπορεί, αντικειμενικά η ταινία να ονομάζεται και να τίθεται στα όρια του arthouse horror, εντούτοις και καθαρά αισθητικά και αντιληπτικά για την γράφουσα, θα μπορούσε να ειπωθεί πως ανήκει ή έστω εμπερικλείει έντονα στοιχεία κι από το είδος της μαύρης κωμωδίας. Ο πρόδηλος κανιβαλισμός είναι καθαρά μεταφορά, η επιλεγόμενη ηλικία της πρωταγωνίστριας προφανώς διόλου τυχαία - οι οικογενειακοί δεσμοί επίσης - και η μικρής διάρκειας σκηνή που αφορά την συζήτηση μεταξύ των φοιτητών, εν ώρα γεύματος, σχετικά με την πράξη του βιασμού πιθήκου (σε σύγκριση με τον ανθρώπινο βιασμό) εξίσου σημαντική εννοιολογικά με την όλη πλοκή. Πλοκή η οποία προκαλεί συνεχώς, χωρίς διακοπή, ένα «γεμάτο» και έντονο κράμα από ανησυχία, φόβο και απέχθεια, είτε αυτό προέρχεται από σκηνές καθαρά σεξουαλικού περιεχομένου είτε αυτό προέρχεται από αποκρουστικές σκηνές (βλέπε, κομμένο δάκτυλο, αποτρίχωση, φάγωμα του δακτύλου κ.α.). Η Παριζιάνα σκηνοθέτης και σεναριογράφος, επηρεασμένη προφανώς ανάμεσα σ’ άλλα, από ταινίες των Grau και Fawcett, κατάφερε να καμώσει μια ταινία άξια λόγου για το είδος της. Άξια λόγου εφόσον βέβαια πρωτίστως κανείς καταφέρει να ξεκλειδωθεί απ’ τα επιφανειακά μοτίβα και καταλήξει στο ψαχνό της θεματολογίας της και αντιληφθεί πως τα όποια τραγελαφικά μέσα χρησιμοποίησε (εξ ορισμού και κατ’ ανάγκην της επιλογής του είδους) καταλήγουν και αποσκοπούν στα επίσης τραγελαφικά και συνάμα οικουμενικής κοινοκτημοσύνης έσω της ανθρώπινης φύσης. Κρυμμένα νοήματα υπάρχουν και ταυτοχρόνως δεν υπάρχουν. Ανάλογα πάντα άλλωστε με το τι επιλέγει έκαστος θεατής να δει και να κρατήσει, ποια είναι τα αισθητικά ή ηθικά και υπαρξιακά του κριτήρια και εν τέλει, που στέκει η αντίληψή του κινηματογραφικά και συνάμα εξω-ταινιακά, μπορεί κανείς να κάνει τις αποκωδικοποιήσεις και ενδοσκοπήσεις του. Στην προκειμένη, το Grave μπορεί εύκολα και επί τούτου να σε κάνει να φρίξεις (και να κάνει δεκάδες θεατές να κινήσουν προς την έξοδο της αίθουσας) – δίχως αυτό να σημαίνει αυτονόητα και συνεπακόλουθα πως το «νόημα» και ο αυτοσκοπός της είναι αυτός, αλλά πιότερο πως μέσα απ’ τους όποιους επιλεγμένους τρόπους δομής, εξέλιξης, σεναρίου και σκηνοθεσίας επαναλαμβάνει την ίδια, γνωστή, αναλλοίωτη ιστορία, αυτή της ανθρώπινης υπόστασης. Τέλος, ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στον βρετανό συνθέτη και κιθαρίστα Jim Williams (βλέπε, επίσης Outlaws, Lock Stock και ταινίες του Wheatley) αφού η μουσική ήταν το καλύτερο δυνατό «ντύσιμο» που θα μπορούσε να υπάρξει στην ταινία αυτή.


Συν και σκηνές-αναφορές: η σκηνή που η πρωταγωνίστρια βουτάει τα δάκτυλα στο μπιφτέκι και το κρύβει βιαστικά στην τσέπη της λευκής ποδιάς της σχολής, η σκηνή της αποτρίχωσης, ο ηλικιωμένος με την μασέλα του στο νοσοκομείο, η ταυτόχρονη ερώτηση από τις αδερφές tu vas où στον Adrien και ασφαλώς η διττής σημασίας ειπωμένη ατάκα Cest grave της Justine, και πάλι στον Adrien

Γιώτα Παναγιώτου