Suntan / A few words

  Η πιο πρόσφατη συνάντηση με τον Μάκη Παπαδημητρίου επί της οθόνης, συνέβη, πριν δυο μήνες και κάτι, στο 2ημερο ταξίδι που έκαναν δεκαπέντε ταινίες του Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, στην Κύπρο. Η 39η διοργάνωση του φεστιβάλ, η οποία έσπασε ρεκόρ ως προς τις αιτήσεις συμμετοχής, πρόβαλε 225 ταινίες, από σχεδόν 60 χώρες (63 εξ αυτών ν’ ανήκουν στο εθνικό διαγωνιστικό κομμάτι). Βέβαια και πέραν του θετικού ως προς το μεγάλο ενδιαφέρον συμμετοχής, για ακόμη μία χρονιά εκφράστηκαν από πολλές κατευθύνσεις τα σε πολλά επίπεδα κακώς κείμενα που υπάρχουν μέσα ή γύρω από τον θεσμό – ανάμεσα σ’ αυτά και άξιο απορίας το ότι για ακόμη μια χρονιά, ονόματα Ελλήνων δημιουργών, ενεργών, σημαντικών και αναγνωρισμένων εντός και εκτός Ελλάδας, δεν βρέθηκαν (όπως σχεδόν ποτέ) ως μέλη κριτικών επιτροπών στον θεσμό αυτό. 
  Το θέμα αυτό, όπως και μπόλικα ακόμα, χρήζει μεγάλης συζήτησης (ή και καμίας) και δεν είναι της παρούσης, οπότε επιστροφή στα του Φεστιβάλ Δράμας, αναφέροντας πως μετά την τρίωρη τελετή λήξης του, η γλυκόπικρη ιδιοσυγκρασία -κράμα οξύμωρο και παράδοξο - της ελληνικής οικογένειας του μικρομηκά (και παρόντα στην προβολή της Λευκωσίας) Αλέξανδρου Σκούρα, μέσα στην ταινία «Κύβος» και με το δίδυμο Μάκης Παπαδημητρίου και Σύρμω Κεκέ, κέρδισε (δικαιωματικά) τον τίτλο της καλύτερης ταινίας του διαγωνιστικού προγράμματος (δίχως όμως να πάρει το όποιο άλλο βραβείο – ερμηνευτικά ή τεχνικά). Μες στην εξ ορισμού του κινηματογραφικού είδους συμπύκνωση του χρόνου και την οικονομία, η απόδοση των όποιων νοημάτων και συναισθημάτων του Κύβου, μέσα από ένα πολύ καλό σενάριο κι ένα εξίσου καλό σκηνοθετικό μάτι και καστ, ήταν εύστοχη, άμεση και ουσιαστική. Φεστιβάλ Δράμας και πρόλογος τέλος. 
  Το υποκριτικό αμάλγαμα, θεατρικό και κινηματογραφικό, που θέλει τον αφενός και κατά κύριο λόγο κωμικά προσκείμενο μα αφετέρου και ταυτοχρόνως με δόσεις ουσιαστικού δράματος, Μάκη Παπαδημητρίου, ξεδιπλώθηκε και πέρσι στις Κινηματογραφικές Μέρες Κύπρου και στο A Blast, μια από τις καλύτερες ταινίες της περσινής διοργάνωσης (σκηνοθεσία Σύλλα Τζουμέρκας, σενάριο Τζουμέρκα και Γιούλα Μπούνταλη, πρωταγωνίστρια Αγγελική Παπούλια). 
  Απ’ το Φεστιβάλ Δράμας, στις περσινές κινηματογραφικές μέρες Κύπρου κι από κει στο φετινό Suntan, όπου ο πρωταγωνιστικός ρόλος ανήκει στον - στην πραγματικότητα Κυψελιώτη δεξιοτέχνη με τον κύβο του Ρούμπικ - Μάκη Παπαδημητρίου (εξού και το μακροσκελές εισαγωγικό). Μετά τις ταινίες Bang Bang και Wasted Youth, ο Παπαδημητρόπουλος καμώνει την τρίτη του μεγάλου μήκους ταινία με το σενάριο να συνυπογράφεται με τον Τζουμέρκα. Μακριά από τις όποιες πομπώδεις και εκρηκτικές κινηματογραφικές στάσεις και τάσεις που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια από τους νέους σκηνοθέτες σε μια προσπάθεια να περαστεί στον θεατή μια απαραίτητα και κατ’ ανάγκην ηθικοδιδακτική νουθεσία και συνάμα να αποδειχτεί το πόσο κατέχεται και δικαιολογείται η κινηματογραφική τους γνώση και θέση, το Suntan είναι απλό και μες στην ουσία των πραγμάτων. Ταινία ρεαλιστική, ταινία απλή, ταινία πιότερο παραθετική παρά ό,τι άλλο. Γειωμένη και γειωτική, εξωστρεφής και διόλου στιλιζαρισμένα μεγαλόσχημη. 
  Το κλασσικό στόρυ που θέλει αγόρι να γνωρίζει κορίτσι και κορίτσι να τον φτύνει, μοιάζει να’ ναι ο γενικευμένος και απλοϊκός κεντρικός άξονας της πλοκής – κι αυτό, μες στον χωροχρόνο ενός ελληνικού νησιού το καλοκαίρι. Εντούτοις (του φαινομενικά γενικευμένου και απλοϊκού κεντρικού άξονα), η ταινία απλή μεν όχι απλοϊκή δε, παραθετική μεν όχι «φτηνή» δε, αποτελεί ένα καλό κινηματογραφικό παράδειγμα επιβεβαίωσης της εξω-ταινιακής πραγματικότητας. Άλλωστε, όπως δήλωσε κι ο ίδιος ο Παπαδημητρόπουλος, η έμπνευσή του προήλθε απ’ το βιβλίο «Η επέκταση του πεδίου της πάλης» του Ουελμπέκ, στο οποίο αναπτύσσεται μια θεωρία σχετικά με το κατηγοριοποίηση των ανθρώπων και συγκεκριμένα στους έχοντες πρόσβαση στην ηδονή και στους μη έχοντες. Αφορμισμένος από το βιβλίο αυτό και θέλοντας να δηλώσει όσο πιο έντονα γίνεται τον διαχωρισμό, τοποθετεί την ιστορία σε ένα νησί – σε ένα ελληνικό νησί και μάλιστα τους καλοκαιρινούς μήνες. Το νησί αυτό που δεν είναι άλλο από την Αντίπαρο, δεν υπήρξε μια διόλου τυχαία επιλογή αφού είναι οικείο μέρος για τον σκηνοθέτη απ’ την εφηβική του ηλικία και κατά πως αναφέρει ο ίδιος «ήταν αυτονόητο ότι θα γύριζα την ταινία εκεί για λόγους ευκολίας, αφού την ξέρω τόσο καλά, αλλά και νοσταλγίας». Το κυκλαδίτικο νησί παρουσιάζεται και στις δύο εποχιακές του εκφάνσεις, την χειμερινή και την καλοκαιρινή, με την δεύτερη φυσικά να έχει τον κύριο λόγο. Η μεν πρώτη, η χειμερινή, παρουσιάζεται μόνο στην αρχή της ταινίας όταν ο κεντρικός ήρωας, ο 40άρης συνεσταλμένος γιατρός Κωστής Μακρίδης, φτάνει στο ήσυχο, μικρό και μουντό νησί για να δουλέψει στην τοπική κλινική. 
  Αφού παρατεθεί, σύντομα μα γλαφυρά η όλη αίσθηση της πραγματικότητας που αποπνέει ο τόπος αυτός μες στον χειμώνα, εισβάλει στην οθόνη ο τίτλος – σαν το ξεκάθαρο διαχωριστικό των φάσεων και των εποχών του Κωστή και της ιστορίας γενικότερα. Εξάλλου, στην προ τίτλου Αντίπαρο, ο Τάκης προϊδεάζει για το τι έπεται και για το τι γίνεται στο νησί τους καλοκαιρινούς μήνες – κι υπόσχεται στον Κωστή πως η παραμονή του εκεί θα αποζημιωθεί το καλοκαίρι. Ο Δεκέμβρης φεύγει και το νωθρό γλέντι στην ταβέρνα αντικαθίστανται απ’ τον ήλιο, την θάλασσα, την ηδονιστική διάθεση και τις κραιπάλες που και υπόσχεται και φέρνει το καλοκαίρι. Ο στο μεταίχμιο του ηλιακού φάσματος γιατρός, που η όποια σωματική επαφή είχε μέχρι τώρα με άλλους ανθρώπους ήταν καθαρά στο πλαίσιο της δουλειάς του, βρίσκεται μπροστά στην άπλετη, αχαλίνωτη κι απελευθερωμένη σεξουαλικότητα των παραθεριστών που τον «προκαλούν». 
  Άλλωστε, ο Παπαδημητρόπουλος έχοντας δηλώσει πως το Suntan είναι η πιο προσωπική ταινία που έχει κάνει μέχρι σήμερα, βρίσκει τον κεντρικό του ήρωα όμοιο και οικείο σε πολλά με τον ίδιο σαν άτομο, μα συνάμα και ταυτόχρονα και τους υπόλοιπους του χαρακτήρες. Χαρακτήρες οι οποίοι εισβάλουν στην καθημερινότητα του Κωστή και γεννούν μια σειρά κλιμακωτών δράσεων και αντιδράσεων στον ίδιο. Ο λόγος φυσικά για μια παρέα Ελλήνων και ξένων παραθεριστών, τους οποίους γνωρίζει στο ιατρείο του μετά τον μικροτραυματισμό μίας εξ αυτών, της Άννας (της Έλλης Τρίγγου, στην πρώτη κινηματογραφική της εμφάνιση). Το εξ αρχής γραμμένο υλικό της ταινίας ήταν πολύ λίγο και η διαμόρφωση των ρόλων βασίστηκε κυρίως (ζητούμενο άλλωστε και του σκηνοθέτη) στον αυτοσχεδιασμό, κατά πως ανέφερε κι ο Γιάννης Τσορτέκης (βλέπε, Μικρό Ψάρι του Οικονομίδη) μετά την προβολή. Οι ρόλοι, οι συμπεριφορές και το ξεδίπλωμα αυτών δεν ήταν ακόλουθοί μιας αυστηρής γραμμής που τους δόθηκε μα μια συνθήκη συνάρτησης με τον περιβάλλοντα χώρο ενώ σε πολλές σκηνές και περιπτώσεις οι εξωτερικοί και δευτερεύουσας σημασίας χαρακτήρες ήταν οι ίδιοι οι ντόπιοι ή/και οι τουρίστες στο νησί. 
  Η γνωριμία πάντως των δύο, Κωστή και παρέας, φέρνει στην επιφάνεια τα κλασσικά μοτίβα διπόλων – ανάμεσα σ’ άλλα, μουντάδα και ήλιος, νεότητα και μέση ηλικία, λαγνεία και σοβαρότητα/αυστηρότητα (οι λόγοι που οδήγησαν στην παραπομπή του Κωστή στο νησί δεν αναφέρονται, με το στόρυ έτσι κι αλλιώς να μην εστιάζει στο παρελθόν του αλλά στο ξέσαλο και εφήμερο τελικά παρόν του), φιέστα (το ατέλειωτο καλοκαιρινό τοπίο) και σιέστα (το σε λήθαργο και κοιμισμένο μέχρι τώρα μέσα του Κωστή). Η ιστορία εξελίσσεται και εκτυλίσσεται βασισμένη στην γλαφυρή και ακριβή απεικόνιση και παράθεση των γεγονότων και είναι σχεδόν σίγουρο πως κάθε ζευγάρι ματιών που την είδε ή θα την δει, θα ταυτιστεί, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό με τις καταστάσεις και τους χαρακτήρες ή και με τα δύο. 
  Κι αυτός ο πούστης ο ήλιος που δεν τελειώνει ποτέ (Νικολαϊδης), αυτός ο ήλιος του Γαλλο-αλγερινού Μερσώ του Καμύ, αυτός ο ίδιος ο ήλιος, ο πανταχού παρόντας, είναι κι εδώ το σημείο αναφοράς στην όποια ανάγνωση και ερμηνεία της εννοιολογικής προσέγγισης της ταινίας. Ο ήλιος ο ευεργετικός, ως σύμβολο εξ ορισμού της ζωής κι ο ήλιος που βλάπτει, ο ήλιος που καίει, ο ήλιος που τυφλώνει. Εξάλλου, το ότι η νομοτέλεια της ανθρώπινης φύσης, ανάμεσα σ’ άλλα, εσωκλείει αφενός την αγριότητα, τ’ απωθημένα, την παραφροσύνη, τις νοσηρές εξαρτήσεις και την εν τέλει, όποια ανθρώπινη ατέλεια κι αδυναμία αφετέρου το πανηγύρι και τη χαρά της ζωής, τον έρωτα, το καμάκι, την ελευθερία (εντός κι εκτός), δεν υποδεικνύει αυτομάτως πως και η μεταφορά τους στο πανί πρέπει αναγκαστικώς και πάντα να ακολουθεί την πολλάκις πεπατημένη οδό που θέλει τα κραυγαλέα δράματα και τις σε άκρα εξάρσεις σε πρώτο πλάνο. Απόδειξη το επικοινωνιακά και εξομολογητικά άμεσο Suntan
  Τέλος, το μόνο σίγουρο είναι πως μες τις όποιες αναγνώσεις και ερμηνείες της, η ταινία καταπιάνεται με την ξενάγηση στον τόπο της νεότητας κι ό,τι αυτή κουβαλά και φέρει μαζί της, με την επιθυμία της φυγής απ’ τα όρια (του εαυτού, της ηλικίας, του περιβάλλοντος), με την ίσως ματαιότητα που εγκυμονεί το πέρας του χρόνου, με το ξέσπασμα των παντοτινών και καταπιεσμένων έσω στα προσωρινά έξω (και τις όποιες συνέπειες), με την αφοπλιστικά πεζή έκφανση της ζωής που αποδεικνύεται με ένα μόνο στρίψιμο της βίδας, με ένα μόνο καλοκαίρι, με ένα κάποιο ερέθισμα ως το πιο υπόγειο και οικουμενικό κτήμα του ανθρώπου. Του ανθρώπου όπου και όπως γιατί τελικά η ταινία δεν αφορά τα της ελληνικής νοοτροπίας (μόνο) αλλά τα κοινώς μοιρασμένα ανθρώπινα, γιατί τελικά κανένας κόσμος δεν είναι αχαρτογράφητος εάν έχει κανείς τ’ άντερα να χωθεί μέσα του άνευ χάρτη και πυξίδας και να επωμιστεί ό,τι του αναλογεί μες το βιός αυτό. 
  Μπορεί ο Κωστής να μοιάζει ως το σύμβολο των απανταχού ακοινώτητων και γραφικών, ο ασπρουλιάρης, γεματούλης, αξιολύπητος μεσήλικας και η παρέα των νέων ως η προσωποποίηση της απελευθερωμένης νιότης και ζήσης (και ίσως να είναι και οι δύο αυτό – ή και αυτό), μα τελικά, ίσως απ’ τα μάτια και τη σκοπιά του καθείς να αναλογιστεί το παραπέρα – το παραπέρα της ηλικίας, της κανονικότητας, της κοινωνικότητας, του χώρου, του χρόνου, της χρησιμότητας και της χρηστικότητας του εγώ, πέρα απ’ τα όποια στεγανά που τυποποιούν, ταμπελώνουν και ευνουχίζουν.
  Κι αν η ταινία κατάφερε κάτι (που δεν ήταν προφανώς ένα πράγμα), είναι μες στους φυσικώς δοσμένους διαλόγους, την καθόλου εξιδανικευμένη σκηνοθετική ματιά,  το αυτονόητα τέτοιο και χωρίς φτιασιδώματα παίξιμο του Μάκη, είναι να αποτυπώσει και να δείξει πως καμιά φορά μπορούν να καμωθούν ταινίες που ακολουθούν την βασική αρχή της ίδιας της ζωής, ταινίες ρεαλιστικές προερχόμενες καθαρά και μόνο απ’ τα βιώματα. Ταινίες που η επίγευση τους είναι η ταύτιση που φοβάται κανείς να παραδεχτεί πως βρίσκει.  

Στα συν της ταινίας:

- Ο Τάκης, ο χαρακτηριστικός Έλληνας καμάκιας, ο έξω καρδιά, ο γλεντζές και συνάμα ο Τάκης σύμβολο, ο Τάκης κάθε τόπου απ’ άκρη σ’ άκρη στον κόσμο, ο κάθε Τάκης που όλοι ξέρουμε ή συναντάμε

- Οι guest εμφανίσεις – του Τζουμέρκα ως παλιού συμμαθητή του Κωστή (κι η ατάκα του πως τα πάρτυ αυτά δεν είναι γι’ αυτούς, αλλά για την γυναίκα και την παρέα του δεύτερου), του Γιάννη Οικονομίδη στην ταβέρνα (χωρίς σχόλιο - απλά, Γιάννης Οικονομίδης) και του Νίκου Τριανταφυλλίδη στο La Luna (τον ξανασυναντάς στην οθόνη, αυτός χαμογελά κι εσύ βουρκώνεις κάπου στο βάθος της αίθουσας)

- Το εύστοχα επιλεγμένο Children of the Sun των Nightstalker (στα της μουσικής ο πολυπράγμων Felizol ή κατά κόσμο Γιάννης Βεσλεμές – βλέπε, Νορβηγία με τον Βαγγέλη Μουρίκη)


Γιώτα Παναγιώτου