The Student / A few words

Σε μια χώρα που έζησε σε κατάσταση αθεϊσμού για 70 χρόνια, σε μια χώρα που μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης κατάφερε να ενσωματώσει την θρησκεία, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στην σχολική διδαχθείσα ύλη μόνο σε 19 περιοχές της χώρας (μέχρι το 2010), σε μια χώρα που, μετά από διετή πειραματική φάση, αποφάσισε όπως ψηφίσει το 2013 νομοσχέδιο, διαμέσου του οποίου προνοείται και καθίσταται η θρησκευτική εκπαίδευση υποχρεωτική σε όλες τις κρατικές σχολές της χώρας, σε μια χώρα που τελικά έθεσε σε ισχύ το νομοσχέδιο αυτό, τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, δίνοντας την επιλογή στους μαθητές και τους γονείς να αποφασίσουν οι ίδιοι τον θρησκευτικό κλάδο που θέλουν να ακολουθήσουν στη σχολική τους εκπαίδευση (επιλογή μέσα από μια εξάδα – αφενός και συγκεκριμένως, Ορθόδοξος Χριστιανισμός, Ισλάμ, Ιουδαϊσμός και Βουδισμός αφετέρου και γενικώς, Τα Θεμέλια της θρησκευτικής κουλτούρας ή οι Αρχές της δημόσιας ηθικής), επέλεξε ο Serebrennikov να ξεδιπλώσει την ταινία του. Ο ανάμεσα σ’ άλλα καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου Gogol Centre, υπογράφει το σενάριο και την σκηνοθεσία της ταινίας Muchenik, ταινίας που (πέραν από την ίδια την ιστορία αυτή καθεαυτή) κατ’ αρχάς απ’ τον επιλεγμένο χωροχρόνο δομής και πλοκής και κατά δεύτερον από τον τίτλο της, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με το εισαγωγικό της γράφουσας αφού το φλέγον θέμα της θρησκείας και συνεπακόλουθα αυτό της σχέσης κράτους-εκκλησίας στη Ρωσία υποβόσκει, ανάμεσα σ’ άλλα, τα τελευταία χρόνια. Για την ιστορία, ο πρωτότυπος τίτλος του φιλμ ήταν αρχικώς (M)uchenik, που στη ρώσικη γλώσσα σημαίνει μάρτυρας ενώ στην πορεία αποφασίστηκε όπως το 14ο γράμμα του κυριλλικού αλφαβήτου αφαιρεθεί και συνεπώς όπως καταλήξει να γίνει Uchenik, λέξη που μεταφράζεται ως μαθητής και σε ορισμένες περιπτώσεις και με/σε άλλο πλαίσιο συνοχής ακόλουθος. Στη Ρωσία λοιπόν του σήμερα και με την σχολική κοινότητα ως τον κύριο περιβάλλοντα χώρο, ο Ρώσος σκηνοθέτης καμώνει και ξετυλίγει το κουβάρι μιας καθαρά πολιτικής ταινίας, πανέξυπνα και καυστικά δοσμένης, που θέλει στο επίκεντρό της τον Veniamin, έναν λεπτοκαμωμένο, μαυροντυμένο από πάνω ως κάτω σε όλη τη διάρκεια της ταινίας μαθητή, ο οποίος για λόγους που δεν παρατίθενται, δεν αναφέρονται και δεν εξηγούνται πουθενά στην ταινία, ασχολείται, σκέφτεται και τελικώς, δρα και πράττει με μοναδικό γνώμονα την θρησκεία, τις αγίες γραφές και τα λόγια των Ευαγγελίων. Η 2ωρη ιστορία στο πανί, που παρά την διάρκειά της δεν κουράζει σε κανένα σημείο, ξεκινά στο σπίτι του Venia, μ’ αυτόν αρνούμενο να παρακολουθήσει τα μαθήματα γυμναστικής και συγκεκριμένα κολύμβησης στο σχολείο εφόσον θεωρεί, σύμφωνα με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, πως δεν είναι πρέπον και με την κλασσική φιγούρα της ρωσίδας (και όχι μόνο) μάνας να προσπαθεί αφενός να σκεφτεί πως θα δικαιολογήσει τις απουσίες του γιου της αφετέρου να προσπαθεί να καταλάβει τι πάει «στραβά» με το παιδί της (βλέπε, αναφορά στην εφηβεία ως προσωρινή διανοητική διαταραχή, στύσεις, εξωτερική εμφάνιση και βάρος), δίχως ακόμα να έχει καταλάβει τι του «συμβαίνει» και ποιος είναι ο ρόλος της θρησκείας στην όλη του στάση. Ο 22χρονος στην πραγματικότητα Pyotr Skvortsov ο οποίος χαρίζει στον θεατή μια από τις πιο καλές ερμηνείες σε ταινία του φετινού φεστιβάλ, αφού γίνεται ένα με τον ρόλο του με τρόπο άκρατα πειστικό  και άψογα δοσμένο, σαν ένας έφηβος Μεσσίας, σαν ένας σχολικός ιεροκήρυκας, ξεκινά να προκαλεί αναστάτωση τόσο στο σχολείο του όσο και στο σπίτι του, τόσο με τα λεγόμενα όσο και με τις πράξεις του. Πεπεισμένος πως ο κόσμος είναι χωμένος ως τα μπούνια με/από κακία, αμφισβητεί τις εκπαιδευτικές μεθόδους, προκαλεί την ηθική και ψέγει τα δεδομένα που υφίστανται ως αυτονόητα τέτοια στον σχολικό, εκπαιδευτικό κόσμο που ανήκει. Βρίθουσα από ευαγγελικές αναφορές, η ταινία μπορεί να θεωρηθεί πως δομείται σε δύο ενότητες – η πρώτη, αφορά στην παράθεση της στάσης και της υπόστασης του Venia, στην αποδόμηση των πιστεύω ως προς την σχέση ζωής και θρησκείας, θρησκείας και σχολείου και η δεύτερη, στο ίδιο το πρακτικό απαύγασμα της όλης του στάσης και των συνεπειών αυτής, στον ίδιο μα κυρίως στους γύρω του (βλέπε, «ανάπηρος» συμμαθητής, μάνα, καθηγήτρια Βιολογίας). Η φάλαινα είναι ψάρι και το να χώνεις προφυλακτικά σε καρότα δεν είναι επιστημονικό, αναφέρει κάπου στο μέσο της ταινίας η διευθύντρια του σχολείου στην καθηγήτρια της Βιολογίας, με την δεύτερη να είναι αυτή που πάει με σθένος και απαράμιλλο ζήλο να κοντράρει τις θέσεις του μαθητή. Εξάλλου, η διευθύντρια του σχολείου μαζί με την μάνα, μοιάζει να είναι οι δυο χαρακτήρες που συμβολίζουν τους απανταχού «ενδιάμεσους» στο θέμα αυτό και που έκαστος από το πόστο και την ιδιότητά του, αντιδρά και σκέφτεται διαφορετικά μα και συνάμα ομοίως. Η μεν διευθύντρια που επιθυμεί και συμβολίζει την τάξη και την ομαλή λειτουργία στον σχολικό μικρόκοσμο, δίχως τριβές και προκλήσεις, η δε μάνα που τα χώνει τελικά στην καθηγήτρια αφού δεν θα ‘πρεπε να τα βάζει με τον γιο της, τον έφηβο γιο της που εξ ορισμού της ηλικίας του περνάει μια «φάση». Η εξέλιξη και η κατάληξη της ιστορίας βασισμένη καθαρά σε μια μάχη ρητορικής φύσης, μεταξύ του σε «κρίση» έφηβου και της Εβραίας καθηγήτριας Βιολογίας του, μεταξύ της θρησκείας και της επιστήμης, με την δεύτερη ίσως να φαίνεται πως είναι αυτή που «φοβάται» και «θίγεται» απ’ την πρώτη – και όχι το αντίθετο. Άλλωστε, οι όποιες σκηνές-αναφορές στην ομοφοβία, τον γυμνισμό, το σεξ και οι όποιοι δευτερεύοντες χαρακτήρες παρελαύνουν απ’ το πανί, όπως ο πάτερ (Nikolai Roschin) και ο φίλος της καθηγήτριας (βλέπε ατάκα «Είσαι σαν πρεζάκι που σνιφάρει κόκα απλά και μόνο για να την μελετήσει»), φέρουν επίσης σημαίνοντα ρόλο στη σκιαγράφηση της κατάστασης τόσο της κινηματογραφικής ιστορίας όσο και των όποιων μηνυμάτων και αποκωδικοποιήσεων μπορούν να προκύψουν απ’ αυτήν για την υπάρχουσα, πραγματική κατάσταση στη Ρωσία. Τέλος, το ότι η ταινία καταφέρνει με τρόπο περίτεχνο - με το σενάριο  και τη σκηνοθεσία καλοδουλεμένα, με την ερμηνεία του Skvortsov, την συνδρομή και την ταυτότητα, τον ρόλο και την προσωποποιημένη αλληγορία μέσα απ’ τους λοιπούς χαρακτήρες, τους συμβολισμούς, τις καυστικές ατάκες – να μην κουράσει διόλου αλλά τουναντίον να βάλει τον θεατή σε μια κατάσταση διαρκούς σκέψης, αναίρεσης και επιβεβαίωσης ως προς τα όποια πιστεύω του και συνάμα την πρόκληση κριτικής σκέψης ως προς τα τεκταινόμενα στο προκείμενο ρώσικο (κι ίσως όχι μόνο) αυτό θέμα, την καθιστά τουλάχιστον ευστόχως επιτυχημένη, άξια λόγου, αναφοράς και θέασης.

Στα συν: πρωτίστως και ασφαλώς η ίδια η ιστορία, το παίξιμο του 22χρονου, οι άμεσοι και εύστοχοι συμβολισμοί και μεταφορές, η σκηνή με το κάρφωμα του σταυρού μες στην σχολική αίθουσα, η σκηνή με το κουβάλημα του σταυρού (ακουστικά στ’ αυτιά), η σκηνή στο γραφείο της διευθύντριας όπου όλοι εκθέτουν και εκτίθενται και η τελευταία σκηνή με το κάρφωμα των παπουτσιών της καθηγήτριας που αφού την διώχνουν αυτή δεν λέει να φύγει

Πλην: το ότι ο χαρακτήρας της Krasnova μοιάζει απίστευτα φιλελεύθερος για ένα ρώσικο σχολείο (και συγκεκριμένα στο Kaliningrad – στο δυτικότερο μέρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας) εν συγκρίσει με την πραγματικότητα

Σημείωση: το σενάριο της ταινίας βασίζεται στην θεατρική παραγωγή του Serebrennikov (2014) πάνω στο θεατρικό έργο Märtyrer του Marius von Mayenburg (2012) και προφανώς μεταξύ των δύο υπάρχουν ομοιότητες και διαφορές, εφόσον απευθυνόταν στο ρώσικο κοινό πια το έργο (ανάμεσα σ' άλλα, ο μεταφραστής Alexander Filippov-Chekhov αντικατέστησε το γερμανικό διδακτικό υλικό του πρωτότυπου με τις αντίστοιχες ρώσικες του προσεγγίσεις, ο διευθυντής του πρωτοτύπου έγινε γυναίκα κ.α.) 

Γιώτα Παναγιώτου