Μη με διαβάζετε

«Μη με διαβάζετε αν δεν έχετε συναναστραφεί νύχτα φύλακες κοιμητηρίων, την ώρα που έχουν πιάσει ένα πουλί βρεγμένο και βγάζοντας τα πρόστυχα κονιάκ στο κυλικείο, στο υπόστεγο με τις άχρηστες παλαιωμένες νεκφροφόρες, ετοιμάζονται για να το φαν. Μη με διαβάζετε αν μετά από μέρες, συζητώντας για την αϋπνία σας, δεν λέτε «έφευγ’ ο ύπνος σαν γατάκι». Μη με διαβάζετε αν κάποια Πρωτοχρονιά, ύστερα από γερή οινοποσία, δεν σκεφτήκατε ότι τα χρόνια σας φάγατε, το στίχο φέρνοντας στη ψυχή όπως ο σκύλος το κλεμμένο πουκάμισο στον αφέντη, χωρίς να μεμψιμοιρήσετε. Μη με διαβάζετε, τέλος δε, αν μέσα στον χειμώνα δεν σας έπιασε ποτέ τέτοια απελπισία, ώστε να σας έρθει να προβάρετε τα καλοκαιρινά σας ρούχα, το καλοριφέρ να χαλάει και, ψάχνοντας στο πατάρι για τη σόμπα, να σας τυλίγει ένα κρύο από περσινή γεμάτο μουντζούρα».

Αυτά και άλλα πολλά μού φαινόταν ότι μας έλεγε μεσ’ απ’ το φέρετρο ο Νίκος Καρούζος εκείνο το φοβερό πρωινό της κηδείας του στη Μητρόπολη, λίγο πριν τον επιβιβάσουν στο όχημα που θα τον μετέφερε στην πατρίδα του, το Ναύπλιο, ενώ εγώ, στην άκρη μου, το 1965 θυμόμουν, στην οδό Μασσαλίας και Σόλωνος, που για πρώτη τονε γνώρισα φορά. Οι εφημερίδες «νέο» τον αποκαλούσαν ακόμη τότε ποιητή, τα περιοδικά στην ανάλογη στήλη στοίβαζαν τα γραπτά του και είχε την ηλικία περίπου που έχω και εγώ ακριβώς τώρα – σκεφτόμουν, ενώ μερικοί, κατά την αποχώρηση, χειροκροτούσαν μέσα στο παλτό τους, και δυο τουρίστες, με πουκάμισα στο καταχείμωνο, πέρα, στο απέναντι πεζοδρόμιο, χωρίς να ξέρουν, χειροκροτούσαν δειλά δειλά και αυτοί.

Γιώργος Μαρκόπουλος