Duet of Death / Hilda Lawrence

[...] Ο Τραίην αγαπούσε μόνο τον αφέντη του και δεν έδειξε ποτέ την παραμικρή λύπη, είπε ο Τεντς. Αναρωτήθηκα τι δουλειά είχε εκεί πάνω και βάλθηκα να το μάθω. Γι’ αυτό, πριν τρεις νύχτες, τον πήρα από πίσω και τον τσάκωσα να περιμένει έξω από την πόρτα του πύργου. Ήξερα ότι αυτές οι πόρτες ήτανε πάντα κλειδωμένες, αλλά είδα την μια ν’ ανοίγει από μέσα και το σκυλί να μπαίνει. Τον κ. Φόρστ τον γνωρίζω από τον καιρό που ήταν 21 χρονών. Ήμουνα σερβιτόρος στη Λέσχη που σύχναζε και όταν παντρεύτηκε μου ζήτησε να μπω στην υπηρεσία του και έτσι πήρα την γυναίκα μου την Άννα και ήρθαμε όλοι εδώ. Σας λέω πως τον ήξερα καλά. Τον υπηρέτησα όλα αυτά τα χρόνια και κοίταζα τη δουλειά μου, ότι και να έβλεπα. Εγώ αναγνώρισα το αυτοκίνητο και το σακάκι του, πιστεύοντας ότι ήταν αυτός μέσα στο καμένο αμάξι. Είδα την κόρη του να σπαράζει από τη λύπη. Αισθανόμουνα και εγώ το ίδιο γιατί και οι δυο τον αγαπούσαμε, βλέπετε. Όταν είδα την πόρτα να ανοίγει για να μπει ο Τραίην, σκέφτηκα ότι δεν ήταν δική μου δουλειά να μάθω περισσότερα. Αγόρασα όμως ένα καμινέτο και κάθε μέρα του έβαζα άφθονο κιμά έξω απ’ την πόρτα του. Όταν είδα να εξαφανίζεται το κρέας μαζί με το καμινέτο, κατάλαβα πως δεν το είχε βέβαια πάρει ο σκύλος. Στεναχωρήθηκα όταν είδα τα παιδιά να ανεβαίνουν επάνω απόψε.
- Κι εσύ μας στεναχώρησες, είπε ο Μάικ του Τεντς, όταν όμως βρήκαμε την καμαρούλα, κατάλαβα ότι ήσουν κι εσύ ανακατεμένος.
- Εγώ μόνο το κρέας έφερνα κ. Μάικ, ούτε μια φορά δεν με είδε ο κ. Φόρστ, ούτε κι εγώ τον είδα. Αλλά, μετά την πρώτη νύχτα δεν χάλαγα την καρδιά μου πια, βλέπετε ήξερα τον κ. Φόρστ. Πριν είπατε ότι όλα αυτά ήσαν αλλόκοτα. Έτσι είναι, είχατε δίκαιο.
Για τελευταία φορά κάθομαι στην κάμαρά μου και περιμένω. Ο πατέρας και ο Μάικ μιλάνε με τον δικηγόρο, μετά θα πάμε στους Μπάρναμπη. Δεν ξέρω που θα πάμε ύστερα, αλλά εδώ δεν θα ξανάρθουμε. Κάποια μέρα εμείς οι τρεις θα έχουμε ένα σπιτικό, μαζί με την Άννα και τους Τεντς. Αλλόκοτο, έτσι του φάνηκε του Τεντς. Είναι όμως και γελοίο. Θυμίζει μια κοπέλα που έβαζε κορδέλες στα μαλλιά της και έκρυβε τα ζαφείρια κάτω απ’ τα μαξιλάρια της. Που έλεγε ότι της τα αφήνανε τα παιδιά και γι’ αυτό διάλεξε ένα τόσο μεγάλο σπίτι. Μια γυναίκα που δεν έκανε καμιά ετοιμασία για το παιδί που θα γεννούσε και που έβαζε λουλούδια στην κάμαρα του ανθρώπου που ήθελε να σκοτώσει. Παράξενο, αφού καθαριστεί το σπίτι θα το κλείσουμε. Τίποτε δεν θα μείνει που θα μας τη θυμίζει. Ίσως μόνο κανένας λεκές από κερί σε καμιά σκοτεινή γωνιά. Αν είχε πεθάνει ο πατέρας όπως νόμιζα, θα θυμόμουνα πάντα ότι άμα άκουγα μουσική, έπρεπε να ανοίγω τις πόρτες.
Και τώρα, θα το κάνω.

Μετάφραση: Γ.Π.