Έρωτας μέσα στη νύχτα / Francis Scott Key Fitzgerald

Τον Οκτώβριο ο Χένρι άφησε τους γιους του στο σχολείο και επιβιβάστηκε στο Ματζέστικ με προορισμό την Ευρώπη. Είχε γυρίσει στην πατρίδα του σαν να επέστρεφε σε μια γενναιόδωρη μητέρα και του είχαν άφθονα προσφερθεί περισσότερα από όσα είχε ζητήσει – χρήματα, απαλλαγή από μια δυσάρεστα ανυπόφορη κατάσταση, καθώς και το ανανεωμένο κουράγιο να πολεμήσει για τον εαυτό του. Βλέποντας την πόλη και την ακτή να ξεθωριάζουν στον ορίζοντα από το κατάστρωμα του Ματζέστικ, κυριεύτηκε από την αίσθηση της απέραντης ευγνωμοσύνης και της αγαλλίασης ότι η Αμερική ήταν εκεί, ότι κάτω από τα άσχημα χαλάσματα της βιομηχανίας η πλούσια γη ήταν ακόμη ζωντανή, αδιόρθωτα σπάταλη και γόνιμη, και ότι μέσα στην καρδιά του ακυβέρνητου αυτού λαού η παλιά γενναιοδωρία και η αφοσίωση συνέχιζαν να αγωνίζονται, ξεσπώντας μερικές φορές σε κρίσεις φανατισμού και υπερβολής, αλλά αδάμαστες και αήττητες. Υπήρχε μια χαμένη γενιά στο πηδάλιο την εποχή εκείνη, αλλά είχε την εντύπωση ότι οι άντρες που επακολουθούσαν, οι άντρες του πολέμου, ήταν καλύτεροι. Και ολόκληρη η παλιά του εντύπωση ότι η Αμερική ήταν ένα παράδοξο ατύχημα, ένα είδος ιστορικού αστείου, είχε χαθεί για πάντα. Τα καλύτερα της Αμερικής ήταν τα καλύτερα ολόκληρου του κόσμου.
Κατέβηκε κάτω στο ταμείο του πλοίου και περίμενε μέχρι να τελειώσει μια συνεπιβάτης στο γκισέ. Όταν εκείνη γύρισε, και οι δύο ξαφνιάστηκαν, κι εκείνος είδε ότι ήταν η κοπέλα.
«Α, γεια σου!» αναφώνησε εκείνη. «Χαίρομαι που φεύγεις κι εσύ. Μόλις ρώτησα πότε θα ανοίξει η πισίνα. Το καλό μ’ αυτό το πλοίο είναι ότι μπορείς πάντα να ρίξεις μια βουτιά».
«Γιατί σου αρέσει να κολυμπάς;» ρώτησε εκείνος.
«Πάντα μου κάνεις την ερώτηση αυτή».
Γέλασε.
«Ίσως να μου δώσεις μια απάντηση εάν φάμε μαζί το βράδυ».
Εντούτοις, όταν την άφησε ένα λεπτό αργότερα, ήξερε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να του απαντήσει – ούτε εκείνη ούτε καμιά άλλη. Η Γαλλία ήταν μια χώρα, η Αγγλία ήταν ένας λαός, η Αμερική όμως, έχοντας ακόμη γι’ αυτήν εκείνη την αντίληψη, ήταν κάτι δυσκολότερο να το εκφράσεις – ήταν οι τάφοι στο Σίλο και τα κουρασμένα, απόμακρα, νευρικά πρόσωπα των μεγάλων ανδρών της, και τα επαρχιωτόπουλα που πέθαιναν στην Αργκόν για μια φράση που ήταν κενή προτού καν μαραθούν τα σώματά τους. Ήταν μια προθυμία της καρδιάς.

Μετάφραση: Γιόλα Χριστούλα