Μαρτύριο / Thomas Bernhard

Μαρτύριο
πεθαίνω μπρος στον ήλιο
μπροστά στον άνεμο και στα παιδιά που βρίζονται
για έναν σκύλο,
πεθαίνω κάποιο πρωινό, που δεν μπορεί να γίνει ποίημα
το πρωινό αυτό είναι θλιμμένο και πράσινο κι ατέρμονο...
Η μάνα κι ο πατέρας στέκουν στη γέφυρα
γιατί νομίζουν πως έρχομαι από την πόλη
κουβαλώντας σε τεράστια πανέρια τις ερειπωμένες
ανοίξεις τους
δεν με βλέπουν
γιατί εγώ πεθαίνω μπρος στον ήλιο.
Κάποτε δεν θ'αντικρίζω τους θάμνους
και το χορτάρι θα δεχτεί της αδερφής μου τη θλίψη.
Η αψίδα της πύλης θα μαυρίσει
κι ο ουρανός δεν θα 'ναι πια ανέφικτος για την απόγνωσή μου...
Κάποια μέρα όλα θα τα δω και κάποια αυγή
πολλών ανθρώπων τα δάκρυα θα σκουπίσω.
Να 'μαι πάλι πίσω απ' τα γιασεμιά, ενώ ο κηπουρός
ταχτοποιεί τους πεθαμένους μέσα στις πρασιές τους.
Πεθαίνω μπρος στον ήλιο.
Θλίβομαι γιατί θα ξημερώσουν κι άλλες μέρες
που δεν θα ξανάρθουν ποτέ.

Μετάφραση: Αλέξανδρος Ίσαρης