Πάρτυ Γενεθλίων / Harold Pinter


Λίγο μετά το ανέβασμα του «Πάρτυ Γενεθλίων» στη σκηνή του Broadway, ο Harold Pinter λαμβάνει ένα γράμμα από μια μπερδεμένη κυρία η οποία μόλις είχε παρακολουθήσει το θεατρικό. Η επιστολή της έγραφε:

Αγαπητέ Κύριε,

Θα σας ήμουν υπόχρεη αν μπορούσατε σας παρακαλώ να μου εξηγήσετε το νόημα του θεατρικού σας με τίτλο «Πάρτυ Γενεθλίων». Αυτά είναι τα σημεία τα οποία δεν κατάλαβα:

1. Ποιοι είναι οι δύο άντρες;
2. Από πού ήρθε ο Στάνλευ;
3. Υποτίθεται πως όλοι ήταν φυσιολογικοί;

Θα εκτιμήσετε το γεγονός πως χωρίς τις απαντήσεις σας στις ερωτήσεις μου δεν θα μπορέσω να κατανοήσω ολοκληρωτικά το έργο σας.

Ειλικρινά Δική σας
Μπλα μπλα
- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - 
Και η απάντηση του Pinter σ’ εκείνο το γράμμα..

Αγαπητή Κυρία

Θα σας ήμουν υπόχρεος αν μπορούσατε να μου εξηγήσετε το νόημα του γράμματός σας. Υπάρχουν σημεία τα οποία δεν μπορώ να καταλάβω:

1. Ποια είστε;
2. Από πού έρχεστε;
3. Υποτίθεται πως είστε φυσιολογική;

Θα εκτιμήσετε το γεγονός πως χωρίς τις απαντήσεις σας στις ερωτήσεις μου δεν θα μπορέσω να κατανοήσω το γράμμα σας.

Ειλικρινά Δικός σας
Harold Pinter
- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -  
Απόσπασμα (διάλογος) από το έργο του Pinter

ΣΤΑΝΛΕΥ
(ξαφνικά). Θα σ’ άρεσε να φύγεις μακριά από δω - μαζί μου;
ΛΟΥΛΟΥ
Που.
ΣΤΑΝΛΕΥ
Πουθενά - δεν έχει σημασία. Πάμε πάντως.
ΛΟΥΛΟΥ
Να πάμε που όμως;
ΣΤΑΝΛΕΥ
Πουθενά. Που να πας… έτσι… να φύγουμε.
ΛΟΥΛΟΥ
Εμ, τότε δεν καθόμαστε και δω;
ΣΤΑΝΛΕΥ
Όχι. Δεν είναι καλά εδώ.
ΛΟΥΛΟΥ
Ε, και που είναι;
ΣΤΑΝΛΕΥ
Πουθενά.
- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - 
"Οι χαρακτήρες αποκαλύπτονται καθαρότερα μέσα από τις σιωπές τους. Γιατί υπάρχουν δυο λογιών σιωπές. Η μία όταν λέγεται ούτε λέξη. Η άλλη όταν ίσως χρησιμοποιείται ένας χείμαρρος λέξεων για αποσιώπηση. Αυτός ο χείμαρρος παραπέμπει σε μια γλώσσα που σωπαίνει πίσω του. Γι’ αυτήν αναφέρεται συνεχώς. Ό,τι ακόυμε, υποδεικνύει τι δεν ακούμε. Είναι μια απαραίτητη υπεκφυγή, ένα βίαιο, πονηρό, αγωνιώδες, παιχνιδιάρικο προπέτασμα καπνού, για να κρατήσει τον άλλο στη θέση του. Και όταν, τέλος, πέσει η γνήσια σιωπή, μας μένει η ηχώ, αλλά είμαστε πιο κοντά στη γύμνια. Μια απ’ τις θεωρήσεις του λόγου είναι σαν ένα στρατήγημα για να καλύψουμε τη γύμνια μας... Κρύβεται σε μια παραθαλάσσια πανσιόν... Σκέφτηκα τι θα γινόταν αν ξαφνικά δυο άνθρωποι, που έρχονται απο το πουθενά, χτυπούσαν την πόρτα του. Η ιδέα του χτυπήματος μου ήρθε από τη Γκεστάπο, (που χτυπούσε τις πόρτες και μάζευε τον κόσμο, σε όλη τη περίοδο της κατοχής). Αυτό δεν το θεωρώ αφύσικο γεγονός. Δεν νομίζω πως είναι τόσο σουρεαλιστικό και περίεργο, επειδή σίγουρα κάτι τέτοιο, όταν κάποιοι σου χτυπάνε ξαφνικά την πόρτα, γίνεται στην Ευρώπη εδώ και είκοσι χρόνια. Κι όχι μόνο τα τελευταία είκοσι, τα τελευταία διακόσια με τριακόσια χρόνια..."
[Από συνέντευξή του στον Τζον Σέργουντ, Ευρωπαϊκή Υπηρεσία του ΒΒC, 03/03/1960]