Του Philip Roth


Από την συνέντευξη που παραχώρησε τον Φεβρουάριο του 2013 στην Le Monde.


«Δεν θέλω να είμαι άλλο σκλάβος των ασφυκτικών απαιτήσεων της λογοτεχνίας. Θα είμαι καλά χωρίς να γράφω. Ίσως ακόμα πιο ευτυχής. Για να είμαι ειλικρινής, είμαι ήδη πιο ευτυχής. Παραμένω πρωτάρης όσον αφορά το υπόλοιπο της ζωής.»

«Ανήκω σε μία γενιά αμερικανών συγγραφέων που γεννήθηκαν τη δεκαετία του ’30, μετά τον Χέμινγουεϊ- «μεθυσμένων» από τον καλλιτεχνικό ζήλο του Γκουστάβ Φλωμπέρ, το ηθικό βάθος του Τζόζεφ Κόνραντ, το μεγαλείο σύνθεσης του Χένρι Τζέιμς- οι οποίοι πίστευαν ότι έβαζαν πλώρη για μία ιερή αποστολή. Οι μεγάλοι συγγραφείς ήταν οι άγιοι της φαντασίας. Ήθελα κι εγώ να είμαι άγιος».

«Όταν αποφασίζει κανείς να «γίνει συγγραφέας», δεν έχει την παραμικρή ιδέα του τι είναι η συγκεκριμένη δουλειά. Όταν ξεκινά, γράφει αυθόρμητα από την περιορισμένη εμπειρία του, τόσο από τον «γραπτό», όσο και από τον «άγραφο» κόσμο. Είναι γεμάτος αφελή υπερβολή. «Είμαι συγγραφέας!». Όπως το επιφώνημα «είμαι εραστής!». Το να δουλεύεις ωστόσο σχεδόν κάθε μέρα επί πενήντα χρόνια- είτε είσαι συγγραφέας, είτε εραστής- αποδεικνύεται τελικά πολύ απαιτητική δουλειά και δύσκολα η πιο ευχάριστη από τις ανθρώπινες δραστηριότητες.»

«Οφείλει κανείς να αναγνωρίσει το θρίαμβο της οθόνης. Το διάβασμα, είτε σοβαρό, είτε επιπόλαιο, δεν έχει καμία τύχη μπροστά στην οθόνη».

«Ένας σοβαρός αναγνώστης λογοτεχνίας είναι ένας ενήλικας, ο οποίος διαβάζει, ας πούμε δύο ή περισσότερες ώρες τη νύχτα, τρεις ή τέσσερις νύχτες την εβδομάδα, και στο τέλος δύο με τριών εβδομάδων έχει τελειώσει το βιβλίο. Ένας σοβαρός αναγνώστης δεν είναι κάποιος που διαβάζει για μισή ώρα κάποια στιγμή και ξαναπιάνει πάλι το βιβλίο μία εβδομάδα αργότερα στην παραλία. Οι σοβαροί αναγνώστες την ώρα που διαβάζουν δεν απασχολούνται από τίποτα άλλο. Βάζουν πρώτα τα παιδιά για ύπνο και μετά διαβάζουν. Δεν βλέπουν τηλεόραση στο ενδιάμεσο ή διακόπτουν για λίγο για να ψωνίσουν μέσω Ιντερνετ και να μιλήσουν στο τηλέφωνο».

«Αναμφίβολα ο αριθμός των σοβαρών αναγνωστών μειώνεται γοργά, ειδικά στην Αμερική. Η αιτία φυσικά δεν είναι απλώς οι πολλαπλοί περισπασμοί της σύγχρονης ζωής. Οφείλει κανείς να αναγνωρίσει το θρίαμβο της οθόνης. Το διάβασμα, είτε σοβαρό, είτε επιπόλαιο, δεν έχει καμία τύχη μπροστά στην οθόνη: πρώτα την οθόνη του κινηματογράφου, μετά την οθόνη της τηλεόρασης, σήμερα τις οθόνες των υπολογιστών που εξαπλώνονται συνεχώς, μία στην τσέπη σου, μία στο γραφείου σου, μία στο χέρι σου και σύντομα, μία ενσωματωμένη μεταξύ των ματιών σου». 

"Σε τριάντα χρόνια, αν όχι συντομότερα, αυτοί που θα διαβάζουν σοβαρή λογοτεχνία θα είναι τόσοι όσο αυτοί που διαβάζουν σήμερα λατινική ποίηση."

«Ποτέ δεν υπήρξε μία Χρυσή Εποχή για το σοβαρό διάβασμα στην Αμερική. Δεν θυμάμαι ωστόσο ποτέ στη ζωή μου η κατάσταση να ήταν τόσο άσχημη για τα βιβλία- με όλη τη σταθερή προσήλωση και την αδιάσπαστη συγκέντρωση που απαιτούν- όπως σήμερα. Και θα είναι χειρότερα αύριο και ακόμα χειρότερα μεθαύριο».

«Σπάνια ένας συγγραφέας είναι σίγουρος από την αρχή. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: είσαι γεμάτος αμφιβολίες, βουτηγμένος στην αβεβαιότητα και την αμφιβολία. Ο Χένρι Τζέιμς το μεγάλο αυτό «κεφάλαιο» της αμερικανικής λογοτεχνίας, ο μυθιστοριογράφος των μυθιστοριογράφων, ο δικός μας Προυστ, το έθεσε τέλεια όταν μίλησε, σε μία ιστορία του, για την αποστολή του συγγραφέα. «Δουλεύουμε στο σκοτάδι- και κάνουμε ότι κάνουμε- δίνουμε ότι έχουμε. Η αμφιβολία μας είναι το πάθος μας και το πάθος μας είναι το έργο μας. Τα υπόλοιπα είναι η τρέλα της τέχνης».